Lyrik

Sapfo,

Tyrtaios,

Alkman,

Alkaios

 

 

lyrik

Lyric Poetry (Henry Oliver Walker : 1896)

  • Αλκμάνας
  • Αλκαίος
  • Σαπφώ
  • Τυρταίος
  • Τyrtaios
  • Sapfo
  • Alkaios
  • Alkman

Αλκμάνας

Kοιμούνται κορφοβούνια και φαράγγια,
και ρεματιές κοιμούνται και ψηλώματα,
κι όσα που η γης η μαύρη θρέφει ερπετά,
και του βουνού τ' άγρια θεριά, κι οι μέλισσες,
και τ' άγρια τέρατα στης θάλασσας της σκοτεινής
τα βάθη τ' άσωστα, κοιμούνται και τ' αρίφνητα
των μακροφτέρουγων πουλιών κοπάδια. (μτφρ I.Θ. Kακριδή)

Πράγματι παίρνουν οι Θεοί εκδίκηση.
Aξιομακάριστος, όποιος υφαίνει την
ημέρα του ευφρόσυνα, αδάκρυτα. Eγώ
όμως τραγουδώ της Aγιδώς το φως.
Tη βλέπω σαν τον ήλιο, που η Aγιδώ
καλεί να λάμψει μάρτυράς μας. Eμένα
ούτε να την επαινέσω ούτε να την ψέξω
δεν μ' αφήνει η ξακουστή πρώτη του
χορού· γιατί η ίδια υπερέχει τόσο απόλυτα,
όπως ένα άλογο που στήνει κανείς
ανάμεσα σε ζώα της βοσκής, άλογο γρήγορο,
αγωνιστικό και τροπαιοφόρο, με
βροντερές οπλές, βγαλμένο από τα όνειρα
που μας επισκέπονται κάτω απ' τον βράχο. (μτφρ. INK)

Αλκαίος

πούθε φυσάνε οι άνεμοι; και φέρνουνε το κύμα
πότε από δω, πότε από κει· γυρνάμε πάνω κάτω
με το μαύρο καράβι μας καταμεσής του πόντου,
και τυραννιόμαστε πολύ στην τόση τρικυμία·
νερό η κουβέρτα γέμισε, και τα πανιά σκίστηκαν
απ' άκρη σ' άκρη, κρέμονται μεγάλα τα κουρέλια·
πάει, χαλαρώσαν τα σχοινιά!

Μετάφραση: Σ. Kακίσης

Μεταφρασμένο από τον Παναγή Λεκατσά

"Ομορφόθρονη αθάνατη Αφροδίτη,
κόρη του Δία, σου δέομαι, δολοπλέχτρα,
με πίκρες και καημούς μη, Δέσποινα,
παιδεύεις την ψυχή μου`
μα έλα μου, αν και κάποτε, από πέρα
μακριά, το κάλεσμά μου όμοι' αγροικώντας,
ήρθες, το πατρικό παλάτι αφήνοντας
και το χρυσό σου αμάξι
ζεύοντας` κι όμορφα στρουθιά πετώντας
γοργά στη γη σε φέρανε τη μαύρη
παν' απ' τον ουρανό με φτεροκόπημα
πυκνό μεσ' στον αιθέρα`
κι ως έφτασαν ταχιά, χαμογελώντας
με την αθάνατη όψη, ω μακαρία,
με ρώτησες σαν τι και πάλι νάπαθα,

τι σε καλώ κοντά μου,
τι λαχταρά η ψυχή μου η φρενιασμένη
τόσο πολύ να γίνει: - "Ποια και πάλι
θες η Πειθώ να φέρει στην αγάπη σου;
Σαπφώ, ποια σ' αδικάει;
Γιατί αν φεύγει, γοργά από πίσω θάρθει,
κι αν δεν παίρνει σου δώρα, θα σου φέρει`
τώρ' αν δε σ' αγαπάει, θα σ' αγαπήσει
και δίχως να το θέλει".
Ω, έλα μου και τώρα, κι' απ' τις μαύρες
τις έγνοιες λύσε με, κι ό,τι ν' αληθέψει
ποθεί η ψυχή μου τέλεσ' το κι ατή σου
συ γίνε ο βοηθός μου."....
"Κάλλιο το 'χα να πέθαινα στ' αλήθεια`
μ' αποχαιρέτησε με κλάματα πολλά
και μέσα στ' άλλα μου `λεγε κι' αυτό:
-"Ωιμέ κακά που μας ευρήκαν πλήθια,
Σαπφώ μου! μ' άθελά μου εγώ σ' απαρατώ".
Και της απάντησα εγώ τότε: "Στο καλό,
πήγαινε στο καλό, κι' όπου κι' αν θα `σαι
μη λησμονάς, γιατί πώς σ' είχαμεν εδώ
ξέρεις, κι αν όχι,
άφησε να στα πω, να τα θυμάσαι,
όσα γλυκά κι` ωραία χαιρόμαστε, κι' οι δυο.
Mενεξεδένια στέφανα έπλεκες πολλά
κι από ρόδα και κρόκο στα μαλλιά σου
βάζοντάς τα στο πλάι μου απαλά,
κι ανθοστέφανα κι άλλα δροσερά
στα τρυφερά κρεμούσες τα λαιμά σου
με λούλουδα γλυκόμορφα πλεχτά,
και με βρενθείου μυρωδιά βασιλική
έπαιρνες πλούσια κι' έραινες, καλή μου,...”
"...μακριά απ' τις Σάρδεις τώρα
γυρίζοντας εδώ συχνά το νου της,
σαν ζούσαμε μαζί, στ' αλήθεια σ' είχε
όμοια στην όψι εσένα η Αριγνώτα
με θεά, και βαθιαγάλλιαζε η ψυχή της
στη μολπή σου.
Kαι μέσα στις γυναίκες
τις Λύδιες ξεχωρίζει, ως όταν πέσει
ο ήλιος, ροδοστέφανη η Σελήνη,
από τ' αστέρια υπέρτερη όλα, χύνει
το φως στ' αρμυρά πελάγη επάνω
και στην πολύανθη γη` κι' αργοσταλάζει
όμορφα γύρω η δρόσος κι αναθάλλουν
τα ρόδα, οι άνηθ' οι απαλοί κι ο ανθοντυμένος
μελίλωτος.
Κι αυτή στριφογυρίζει,

γλυκότροπή μου Ατθίδα, ως σε θυμάται
και τρώει ο γλυκός πόθος τη λεπτή της
ψυχή και την καρδιά βαραίνει η πλήξη
και δυνατά μας κράζει εκεί να πάμε,
μα η Νύχτα με τ' ανάριθμα τ' αυτιά της
απ' τους δρόμους επάνω του πελάγου
δεν μας κράζει τ' ανάκουστα..."
"Όμοια θεού μου φαίνεται η θωριά του
του αντρός αυτού που κάθεται αντικρύ σου
κι αγροικάει με λαχτάρα τη φωνή σου
σα μιλήσεις κοντά του
και γλυκά σαν γελάσεις.
Mα η καρδιά μου
στα στήθη μου από τούτο σπαρταράει
μόλις στρέψω και ιδώ σε ξεψυχάει
κι' αποσβήν' η λαλιά μου,
σαν τη γλώσσα μου κάτι να τσακίζει
σιγανή φλόγα τρέχει το κορμί μου,
θαμπωμένοι δεν βλέπουν οι οφθαλμοί μου,
κι η ακοή μου βουίζει,
ιδρώτ' από τα μέλη μου αναδίνω,
κι όλη τρέμω, πιο πράσινη στο χρώμα
κι' από χόρτο, και λέω πως λίγο ακόμα
και νεκρή θ' απομείνω.

Ελεγείον Τυρταίου

έμμετρος μετάφραση του Θεοδώρου Αφεντούλη

(περιοδικό Απόλλων, 1884, έτος Β΄τ.: Πειραιάς)

(ορθογραφική προσαρμογή στο μονοτονικό: Ο.Π.)


Ο θάνατος, τι όμορφος για τ' άξιο παλικάρι,

σαν πέφτει μες στον πόλεμο πρώτο για την πατρίδα,

και πάλαι πως είναι σκληρό να στρέψει το ποδάρι

κατά τα ξένα, φεύγοντας τη γη του χωρίς ελπίδα

να τη χαρεί ελεύθερη την καρποφορτωμένη...

φτωχός να σέρνει το κορμί με τη γλυκιά μητέρα

από μια άλλη σ' άλλη δημοσιά, να σέρνει τα μικρά του,

την ακριβή αγάπη του, το γέροντα πατέρα,

που μόνα του 'μείναν πικρή στη φτώχεια συντροφιά του.

Έρχεται οχτρός όπου στραφεί και όπου σταματήσει,

όταν γαβγίζει από κοντά φτώχεια καταραμένη

και η ανάγκη, πόσον αχ! Το γένος θ' ασχημίσει,

και πόσο θ' αποσβολωθεί η αγγελοπλασμένη

μορφή του, σαν ακολουθεί παντού η ατιμία

κι η άλλη η κακομοιρά. Βέβαια δεν θα λάμπει

στο πρόωπο η λεβεντιά, όταν στην εξορία

πλανάται ο φυγόπατρις, δεν θα γελούν οι κάμποι

όπου πατεί, ούτε ντροπή θα δείχνει ούτε λύπη,

ούτε φωνή παρηγοριάς εις το δυστυχισμένο.

Λοιπόν, παιδιά, με την καρδιά στη μάχη! Να μην είπει

κανείς, πως εις ταις φλέβες μας το αίμα παγωμένο,

όταν συντύχει ο θάνατος για τα γλυκά βλαστάρια.

Παλικαράδες, ακλόνητοι ο ένας κοντά στον άλλον

σταθείτε εις την προσβολή με φράχτη τα κοντάρια,

όποιος να φύγει στοχαστεί, γέννημα είναι δούλων.

Αυτού, στερρό το γόνατο, ολόρθο το κεφάλι,

στα στήθια μέσα την ψυχή ατρόμητη, μεγάλη.

Μη συλλογιέστε τη ζωή, μ' οχτρό σαν πολεμάτε,

απ' τη ζωή πλειότερο η πόλις μας τιμάται.

Ντροπή, ντροπή να φύγετε, αφήνοντες στη λάκα

τους γέρους, όπου ελαφρό δεν έχουν πλειο το γόνα,

οι τιμημένοι. Είν' ντροπή στης μάχης την ανθράκα

εμπρός των νιων να κείτονται τα γεροντάκια μόνα

μ΄ άσπρα μαλλιά στην κεφαλή, με γραβανά τα γένια!

Να σβήνονται τρεμουλιαστοί στο χώμα, στο λιθάρι,

με χέρι αιματόβρεχτο σκεπάζοντες εκείνα,

που σας εδώκαν τη ζωή, τη λεβεντιά τη χάρη.

Ω! τι ντροπή στα μάτια σας, όταν αιματωμένα

φαίνοντ' εκείνα, και γυμνό στο χώμα σπαρταράει

το σώμα των πατέρων σας. Αλλά στ' ανδρειωμένα

παλικαράκια, ό,τι πεις, ό,τι κι αν έρθει πάει,

σαν τα στολίζει η παρθενιά της ομορφιάς η νιότη.

Τα παλικάρια ζωντανά κι οι άνδρες τα ζηλεύουν,

κι οι νιες μ΄ερωτικές ματιές κρυφά τα σαϊτεύουν,

και γίνουντ' ομορφότεροι σαν πέσουνε οι πρώτοι.

Στη γη τα πόδια καρφωτά, τα χείλη σας δαγκώστε,

και θάνατο στο θάνατο, βόλι στο βόλι δώστε.

Maning till de unga. (övers. av Bernhard Risberg)

(i grekisk Poesi, Albert Bonniers Förlag, Stockholm: 1929)


Ja, det är skönt för en kämpe att dö, när han faller i främsta

ledet av kämpar i käck strid för sitt fädernesland.

Men att från egen stad och dess bördiga tegar som hemlös

nödgas att vandra av allt sorgligast är för en man,

där han får irra omkring med älskad moder, med åldrig

fader och äkta viv, bärande barnen de små.

Ty han en styggelse är för alla, till vilka han kommer,

vikande för sitt behov under sin tryckande nöd.

Vanfrejd gör han sin börd, och ett ståtligt yttre han skämmer,

idel blygd och förakt följer hans sorgliga fjät.

Men om nu så en vandrande man ej bestås någon hänsyn,

om han ej aktning och vård eller förbarmande får

må då för denna vår jord vi kämpa med mod och för barnen

döden till mötes vi gå, livet ej skonande mer!

Unge, välan, stån kvar vid varandras sida och striden!

Icke en neslig flykt börjen och röjen ej skräck!

Nej, tagen till er ett stort, ett mäktigt mod i ert hjärta;

livrädd vare av er ingen, mot fienden ställd!

Ack, men de äldre, som rörliga ben ej längre besitta-

lämnen de åldriga ej kvar uppå fältet och flyn!

Ty det är nesa och skam, när framför de unga i spetsen

bland förkämparnas led ligger en gubbe där fälld,

redan med grånat skägg och med vitnade lockar kring hjässan,

och han sin modiga själ nere bland stoftet ger upp,

medan han griper med händerna om sitt blodiga sköte,

obetäckt om sin kropp. Slikt är för ögat att se

styggt och stötande visst. Nej, sådant höves den unge,

medan i blomningens hult strålande fägring han står.

Ståtlig att skåda är denne för män och älsklig för kvinnor,

medan han lever, och skön, fallen bland kämparna främst.

Må då med spärrade ben och fötterna bägge mot marken

spända envar hålla stånd, bitande läpparna hop!


Sappfo

översättning av Emil Zilliacus (Gebers)

 

Hör min bön, odödliga Aphrodite,

barn av Zeus, du ränkfulla, där du tronar:

nedslå ej, o drottning, min själ med sorg och

tunga bekymmer!

Utan kom till mig såsom mången gång du

förr i fjärran nejder förnam min stämma

och min bön hörsammade. Från din faders

boning du styrde

gyllne vagnens färd. Och med täta vingslag

vackra, snabba svanar dig drogo genom

eterns rymd, fram över den svarta jorden,

ned från himmel.

Snabbt de målet hunno. Och du, gudinna,

log med ditt odödliga, ljuva anlet,

sporde mig vad åter mig hänt och vi jag

åter dig kallat;

sporde om mitt vettvilla hjärtas önskan.

”Vem ska Peitho fånga på nytt, vems ömhet

skall hon åter vända mot dig? För vems skull

lider du Sappho?

Flyr hon dig nu, söker hon snart dig åter,

Skyr hon nu din skänk, skall hon ge dig skänker.

Älskar hon dig icke, skall snart hon älska dig

mot sin vilja.”

Kom och stöd mig ännu en gång! Och fräls mig

från mitt sjuka grubbel! Och vad mitt hjärta

innerst åtrår,, låt det fullbordas! Strid du

själv vid min sida!…

Sannerligen ville jag dö!

Under ymniga tårar och snyftningar

tog hon avsked med dessa ord:

Ve mig, tung är vår ödeslott,

Sappho, blott mot min vilja jag lämnar dig.”

Men jag svarade henne då:

”Far i frid och förglöm mig ej,

ty du vet huru kär du har varit mig.

Har du åter förätit allt,

vill jag mina dig om vårt liv,

om de sköna och ljuvliga dagarna.

Hos mig du ofta knöt ihop

mången krans av viol och ros

kring ditt hår, det i lockar svallande,

och doftande vårlig blom

kring din mjuka och mjälla hals

många vackra girlander du virade,

och med kungliga salvors saft,

med brentheion i rika mått

smorde du...”

”...Från Sardes´ stad

ofta riktar hon sina tankar hitåt.

I vår krets sannerligen gudinnelik

var du för Arignota då,

och hon älskade mest av allt din sångröst.

Nu till dags hon bland kvinnor i Lydiens land

strålar luv, som när sol gått ned

rosig måne fördunklar alla stjärnor.

Vida kring, över salthavets stora slätt

gjuter månen sitt klara sken

liksom över de blomsterhöljda fälten.

Härlig dagg redan duggat på månlyst äng.

Ros står yppig, och yppig står

finhyllt anthryskon, blomtung honungsklöver.

Av och an rolös irrar hon, när hon minns

Atthis – och hennes veka själ

fylls av saknad och hjärtat skälver sorgtyngt-

ropar högt på oss, att vi må komma dit.

Orden nå oss ej, natten blott

dem förnimmer med tusen öron...”

Gudars like syns mig den man vara,

han som mitt emot dig kan sitta, han som

i din närhet lyss till din stämmas

älskliga tonfall

och ditt ljuva , tjusande skratt som alltid

i mitt bröst bragt hjärtat i häftig skälvning.

Ser jag blott dig skymta förbi mig flyktigt,

stockar sig rösten;

tungans makt är bruten och under huden

löper elden genast i fina flammor;

ögats blick blir skymd och det susar plötsligt

för mina öron.

Svetten rinner ned och en ristning griper

all min arma kropp. Jag blir mera färglöst

blek än ängens strå. Och det tycks som vore

döden mig nära.

Alkaios

Förvirrad ser jag stridiga vindars spel.

Från ena sidan vältrar en väldig våg

och från den andra. Mitt i svallet

driva vi kring i vår svarta farkost.

Orkanens anlopp bryter vår motståndskraft,

ty redan skvalpar kring mastens fot

och se, vår segel fladdrar redan

slitet av stormen i långa trasor.

övers. Emil Zilliacus (Gebers)

Alkman

Bergen sova. Nu sover krön och dal,

höga stup och djupa klyftor;

allt som ynglar och kryper omkring på den svarta jorden,

bestarna på bergens branter, svärmarna av vilda bin;

havsvidundren ock i de purpurskimrande djupen.

Med vida vingarna slutna

slumrar fåglarnas folk.

...Nu sjunger jag om Agidos ljus.

Som solen hon lyser bland oss,

den sol som hon till vittne tar.

Men den som oss alla anför

hindrar mig att prisa eller tadla henne,

ty vår ledarinnas egen skönhet strålar -

som bland boskapen en vacker,

spänstig springare du ställde,

segerbekransad, med klapprande hovar,

av de bevingade drömmarnas ätt.

övers. Emil Zilliacus (Gebers)