Δείτε, επίσης:

τα θέματά μας με τους νομπελίστες Έλληνες ποιητές:

Γιώργος Σεφέρης

Οδυσσέας Ελύτης

Se även våra teman om Nobelpristagarna, Giorgos Seferis och Odysseas Elytis.

 

Κ. Π. Καβάφης, (1863-1933) Kavafis K. P. Kavafis, (1963 - 1933)

  • Περιμένοντας τους βαρβάρους
  • Ιθάκη
  • Τείχη
  • Πόλις
  • Staden
  • Murar
  • Ithaka
  • I väntan på...

Περιμένοντας τους Βαρβάρους

-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

-Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ' οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

-Γιατί κ' οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.

-Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ' η σύγχυσις; (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ' οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.



Ιθάκη

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να ‘ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν' η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι να ‘ναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστηση, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου να ‘χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν' ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ' έδωσε τ' ωραίο ταξίδι.
Χωρίς αυτήν δεν θα ‘βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

Τείχη

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ

Μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.


Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.

Άλλο δεν σκέπτομαι, το νουν μου τρώγει αυτή η τύχη,

 

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον

Α, όταν έκτιζαν τα τείχη, πώς να μην προσέξω.


Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.

Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Κ.Π. Καβάφης


Η πόλις

Είπες: «Θα πάω σ΄ άλλη γη, θα πάω σ΄ άλλη θάλασσα.

Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη απ΄αυτή.

Κάθε προσπάθειά μου μια καταδίκη είναι γραφτή,

Κι είν΄ η καρδιά μου –σαν νεκρός – θαμένη.

Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει;

Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω

Ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,

Που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»


Καινούργιους τόπους δεν θα βρεις, δεν θα ‘βρεις άλλες θάλασσες.

Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς

Τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς,

Και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.

Πάντα στην πόλη αυτή θα φτάνεις. Για τα αλλού –μην ελπίζεις-

Δεν έχει πλοίο για σέ, δεν έχει οδό.

Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ

Στην κόχη τούτη την μικρή, σ’ όλη την γη την χάλασες.


STADEN

Du sade: ”Jag vill resa till en annan jord, ett annat hav.
Nog finns det väl en annan stad som bättre är än denna.
Här är vart försök jag gör i förväg dömt att bli fördelat,
och mitt hjärta ligger –som ett lik – i graven nedergrävt.
Hur länge skall min själ förtvina så?
Vart än jag vänder ögonen, vart än jag blickar,
jag skönjer här blott mörka spillror av mitt liv,
där jag tillbragt har ödslat och förstört så många år.”

Ej skall du finna några nya länder, inga andra hav.
Staden, de skall följa dig. På samma gator skall
du vandra. Åldras ska du ock i samma huskvarter,
i samma våningar ditt hår skall gråna  och bli vitt.
Till denna stad du kommer alltid. Resa annorstädes –
det finns ej fartyg eller väg för dig.
Så som du här i denna lilla vrå har ödslat bort
ditt liv, har du på hela jorden givit det till spillo.

I svensk tolkning av Börje Knös (Fib:s Lyrikklub Stockholm nr 89: 1963)

Börje Knös: Några ord om Konstantin Kavafis och han diktning  (inledning)

MURAR

Utan förbarmande och utan hänsyn, utan nåd
ha de byggt uppomkring mig jättehöga murar.

Där sitter jag och vet i min förtvivlan inte råd.
Mitt blinda öde gnager mig i hjärta och njurar.

Jag hade ju så mycket att beställa utanför.
O varför tog jag inte mig i akt för våldsåtgärden.

Jag hörde inte larmet ens som arbetsstyrkan gör.
Utan att märka något blev jag skild från yttervärlden.
1897

(översättning till svenska: Hjalmar Gullberg, P.A.Norstedt & Sönners Förlag: 1965)

ITHAKA

När du beträder hemfärden till Ithaka,
Så önskar dig att lång blir denna resa
och full av äventyr och full av lärdomar.
Kyklopederna och laistrygonerna,
den rasande Poseidon – frukta inte dem,
dylikt ska du på resan aldrig finna,
om du är upphöjd i din tanke och en ädel
rörelse griper dig i kropp och ande.
Kykloperna och laistrygonerna
och vred Poseidon ska du inte möta,
om inte själv du hyser dem i själen,
om inte själen ställer dem framför dig.

Så önska dig att lång bli denna resa.
Att många blir de sköna sommarmorgnar,
när du med glädje och välbehag
i hamnar som du aldrig skådat löper in;
dröj vid fenikiernas handelsplatser
och köp av deras eftersökta varor –
pärlemor och koraller, ebenholts och bärnsten
och alla sortens ljuvliga parfymer,
så mycket ljuvliga parfymer som du kan;
och res till många städer i Egypten
att lära och att åter lära av des vismän.

Håll alltid kvar i dina tankar Ithaka.
Hemkomsten dit är målet och bestämmelsen.
Men skynda därför inte med resan.
Bättre att den drar ut på tiden längre
och att som gammal man du lägger till vid ön,
rik av det myckna du förvärvat på din färd
utan att vänta rikedom av Ithaka.

Ithaka skänkte dig den sköna resan.
Du skulle aldrig seglat bort om det ej fanns.
Men det har intet mer att skänka dig.

Och finner du fattig, så bedrog dig aldrig Ithaka.
Vis som du blivit, med så mycken världserfarenhet,
fattar du redan vad det innebär, ett Ithaka.

(1911)
(översättning till svenska: Hjalmar Gullberg, P.A.Norstedt & Sönners Förlag: 1965)

  I VÄNTAN PÅ BARBARERNA

Vad väntar vi församlade på torget?

På att barbarerna ska tåga in i dag.

Varför en sådan håglöshet bland senatorerna?
Sitter de i senaten utan att bereda lagar?

För att barbarerna ska tåga in i dag.
Vad skulle senatorerna nu stifta lagar för?
Barbarerna ska stifta lagar när de kommer.

Varför har kejsaren stigit upp så tidigt
och satt sig vid den största porten i var stad
skrudad på tronen, bärande sin krona?

För att barbarerna ska tåga in i dag.
Och kejsarn väntar på att ta emot
anföraren. Ja han har gjort i ordning
ett pergament att räcka honom. Där
blir han förlänad många namn och titlar.

Varför våra konsuler och pretorerna gått ut
i dag i de broderade, de röda togorna;
och varför bär de armband med så många ametister
samt fingerringar med så härligt lysande smaragder;
och varför tog de denna dag sin fina promenadkäpp
med praktinläggningar av silver och av guld?

För att barbarerna ska tåga in i dag;
Av sådant bländas nämligen barbarerna.

Varför har ej pretorerna infunnit sig som vanligt att hålla
sina tal, att hävda sina teser?

För att barbarerna ska tåga in i dag;
ordflöden och deklamationer tråkar ut dem.

Varför har plötsligt denna ängslan och förvirring fått insteg?
(Vad folks ansikten blev allvarsamma!)
Varför blir gatorna i hast och torgen tomma och alla går
tillbaka hem i djupa tankar?

För att det mörkar utan att barbarerna har tågat in.
Och några kom från gränsen och de säger
Att barbarer finns där inte längre spår.

Vad ska det nu bli av oss när barbarerna blev borta?
De människorna, de var i alla fall en lösning.
1904
(översättning till svenska: Hjalmar Gullberg, P.A.Norstedt & Sönners Förlag: 1965)