Tips..tips...tips...

Platon: Den underjordiska grottan / Η αλληγορία του σπηλαίου

thukyd perikles

 

Θουκυδίδης: Ο Επιτάφιος του Περικλή

Thukydides : Perikles' tal över de stupade i kriget.

  • Θουκυδίδης: Ο Επιτάφιος του Περικλή
  • Thukydides i svensk översättning av Ivar A. Heikel

ΘΟΥΚ 2.34.1–2.46.2: Ο Επιτάφιος του Περικλή.

Προοίμιον (35) – Έπαινος του παρελθόντος, των συγχρόνων, του δημοκρατικού πολιτεύματος (36-41) – Έπαινος των νεκρών, προτροπή στους επιζήσαντες (42-43) – Παραμυθία-συμβουλές στους συγγενείς (44-45) – Επίλογος

Μτφρ. Ε. Λαμπρίδη. 1962. Θουκυδίδου Ιστορία. Πρόλογος, μετάφραση, σχόλια. Εισαγωγή: Ι.Θ. Κακριδής. Ι–IV. Αθήνα: Γκοβόστης.

  1. «Οι περισσότεροι απ' όσους έχουν ως τώρα μιλήσει από τη θέση τούτη παινεύουν εκείνον που πρόσθεσε αυτό το λόγο στην παλιά συνήθεια, λέγοντας πως είναι σωστό να εκφωνείται πάνω στο μνήμα των σκοτωμένων στους πολέμους. Εγώ θα το νόμιζα όμως αρκετό να εκδηλώνομε με πράξεις την τιμή μας σ' όσους με πράξεις έδειξαν την αντρειά τους, όπως το βλέπετε και τώρα εδώ, σε τούτη την επίσημη επικήδεια τελετή που τους έκαμε η πολιτεία, και να μη μπαίνει σε κίντυνο η αρετή πολλών αντρών στο στόμα ενός, που να τον πιστέψουν είτε μιλήσει καλά, είτε και χειρότερα. Γιατί είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς ταιριαστά με κάτι σαν τούτο, όπου με δυσκολία επικυρώνεται και η ιδέα καν πως λέει την αλήθεια. Γιατί ο ακροατής που γνωρίζει τα πράματα κ' έχει καλοπροαίρετη γνώμη γι' αυτά, είναι πολύ πιθανό να νομίσει πως ειπώθηκαν χειρότερα απ' ό,τι ξέρει και ποθεί ν' ακούσει· κι όποιος πάλι δεν τα ξέρει, μπορεί από φθόνο να νομίσει πως ειπώθηκαν και μερικές υπερβολές, αν ακούσει πράματα που ξεπερνούν τη δική του φυσική δυνατότητα. Γιατί υπομένομε τα παινέματα για τους άλλους ως το σημείο εκείνο που νομίζει ο καθένας πως είναι κι ο ίδιος άξιος να πράξει κάτι απ' αυτά που άκουσε, αλλά εκείνα που τους ξεπερνούν, επειδή τα φθονούν, τα βρίσκουν και απίστευτα. Αφού όμως κ' οι πρόγονοί μας έκριναν πως αυτό είναι το σωστό, και το επικύρωσαν κάθε φορά εφαρμόζοντάς το, πρέπει κ' εγώ, ακολουθώντας τα καθιερωμένα, να προσπαθήσω ν' ανταποκριθώ σε ό,τι θέλει και πιστεύει ο καθένας σας όσο καλύτερα μπορώ.

  2. »Και θ' αρχίσω πρώτα από τους προγόνους μας· γιατί είναι σωστό και πρεπούμενο να τους δίνομε σε τέτοια περίσταση την τιμή της θύμησής μας. Κατοικώντας αδιάκοπα ο ίδιος λαός στον τόπο τούτο, η μια γενιά μετά την άλλη, ως τα σήμερα, μας τον παρέδωσαν, εμάς που ζούμε τώρα, ελεύτερο με την αντρειά τους. Γι' αυτό και οι παλιότεροι αξίζουν να τους παινεύομε, κι ακόμα περισσότερο οι πατέρες μας· γιατί δίπλα σε όσα κληρονόμησαν απόχτησαν αυτοί οι ίδιοι το μεγαλείο που έχομε σήμερα, με μεγάλους αγώνες, και μας το κληροδότησαν μαζί μ' εκείνα. Και το μεγαλύτερο μέρος της δύναμης της πολιτείας μας της το προσθέσαμε εμείς, όσοι βρισκόμαστε ακόμα σήμερα στην ώριμη και κατασταλαγμένη ηλικία, και την εφτιάξαμε για το καλό όλων αυτοσυντήρητη και ανεξάρτητη, και για τον πόλεμο, και για την ειρήνη. Κι απ' όλ' αυτά θα παραλείψω εγώ τις πολεμικές πράξεις, με ποιες αποχτήθηκε το καθένα, και το πώς ή εμείς ή οι πατέρες μας αποκρούσαμε με αυτοθυσία όποιους εχτρούς έρχονταν καταπάνω μας, είτε βαρβάρους είτε Έλληνες, γιατί δε θέλω να πω πολλά λόγια σε ανθρώπους που τα ξέρουν οι ίδιοι καλά. Αλλ' αφού δείξω πρώτα σε τι λογής αρχές βασισμένοι φτάσαμε σ' αυτά, και με τι λογής πολίτευμα και χαραχτήρα ζωής, από πόσο μικρά πόσο μεγάλα έγιναν, τότε θα προχωρήσω στο εγκώμιο και τούτων των νεκρών, επειδή πιστεύω πως δεν είναι αταίριαστο να ειπωθούν αυτά στην τωρινή περίσταση, και πως θα ωφελήσει να τ' ακούσει όλη η συγκέντρωση τούτη, είτε πολίτες είναι, είτε και ξένοι.

  3. »Κυβερνιόμαστε δηλαδή με πολίτευμα, που δε ζηλεύει τους θεσμούς των άλλων, αλλά είμαστε μάλλον εμείς παράδειγμα για πολλούς, παρά που ξεσηκώνομε τα συνήθια τους. Και λέγεται με τ' όνομα δημοκρατία, γιατί δεν κυβερνιέται για το συμφέρον των ολίγων, αλλά για τους πολλούς, κ' έχουν όλοι τα ίδια δικαιώματα σύμφωνα με τους νόμους ως για τις ιδιωτικές διαφορές μεταξύ τους· ως για τα δημόσια αξιώματα όμως, για όποιαν ικανότητα εκτιμάται ο καθένας, δε φτάνει σε θέση πολιτική εξ αιτίας της τάξης όπου ανήκει παρά από την αξιωσύνη του· κι ούτε εξ αιτίας της φτώχειας του, όταν μπορεί να προσφέρει κάτι καλό στην πολιτεία, αποκλείνεται από το αξίωμα επειδή είναι ταπεινός. Κ' ελεύτερα φερνόμαστε, τόσο σχετικά με τα ζητήματα που αφορούν την πολιτεία, όσο και σχετικά με τις καθημερινές συναλλαγές μας· κι όσο για τις υποψίες που γεννιώνται στον ένα για τον άλλον, δεν αγαναχτούμε με το γείτονά μας αν κάνει κάτι γιατί έτσι του αρέσει, ούτε φορτωνόμαστε γκρίνιες και στενοχώριες, που δε ζημιώνουνε και δεν επιφέρουνε βέβαια, ποινική δίωξη αλλά παρουσιάζουν ελεεινό θέαμα. Κ' ενώ στην ιδιωτική μας επικοινωνία δε βαρύνει ο ένας τον άλλον, στα δημόσια πράματα δεν παραβαίνομε τους νόμους, το περισσότερο από σεβασμό γι' αυτούς, υπακούοντας όσους βρίσκονται κάθε φορά στην εξουσία ως και τους νόμους, και ιδιαίτερα εκείνους που ισχύουν για την υπεράσπιση όσων αδικούνται, και κείνους που, μ' όλο που δεν είναι γραμμένοι, το δέχονται όλοι πως ντροπιάζουν όποιον τους πατεί.

  4. »Έχομε ακόμα θεσπίσει στην πολιτεία μας πολλούς τρόπους ν' ανασαίνει ο καθένας μας από τους μόχτους, τελώντας αγώνες και δημόσιες θυσίες ταχτικές όλο το χρόνο, και με ιδιωτικές καλοσυσταζούμενες εγκαταστάσεις, που να τις χαίρεται κανείς κάθε μέρα τού διώχνει το βάρος της λύπης. Κ' επειδή είναι μεγάλη η πολιτεία μας, εισάγεται σ' αυτήν το κάθε τι απ' όλον τον κόσμο, και γι' αυτό συμβαίνει να μη χαιρόμαστε σαν πιο γνωστά τ' αγαθά που παράγονται στον τόπο μας από κείνα που βγάζουν οι άλλοι άνθρωποι.

  5. »Διαφέρομε ακόμα από τους αντιπάλους μας και στο εξής ως για τις ασκήσεις που μας προετοιμάζουνε για τον πόλεμο: έχομε δηλαδή την πολιτεία μας ανοιχτή και τη δείχνομε να τη βλέπουν όλοι, και δεν εστάθηκε καιρός που διώχνοντας τους ξένους τους εμποδίσαμε να μάθουν ή να ιδούν ο,τιδήποτε που αν το ιδεί, αφού δεν το κρύβομε, μπορεί να ωφεληθεί κάποιος εχτρός μας. Γιατί δε στηριζόμαστε περισσότερο στις μυστικές προετοιμασίες και στο ξεγέλασμα των αντιπάλων όσο στην αντρειά πάνω στην πράξη, που πηγάζει από μας τους ίδιους· και στην ανατροφή των νέων, αυτοί μεν με την αδιάκοπη κουραστική προγύμναση ευθύς από τα μικράτα τους εξασκούνται στην παλληκαριά, εμείς όμως, ζώντας με πιο χαλαρό και πολύπλευρο τρόπο, δε ριχνόμαστε για τούτο λιγότερο στους κιντύνους του πολέμου όπου βγαίνομε ίσοι. Κι απόδειξη είναι το εξής: πως δηλαδή ούτε οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν ενάντιά μας μόνοι τους, αλλά με όλους τους άλλους μαζί, ενώ εμείς, κάνοντας επιδρομές σε ξένες χώρες, νικούμε σε μάχες εύκολα εκείνους που υπερασπίζουν την πατρίδα τους· και κανείς ως τώρα δεν αντίκρυσε ολόκληρη τη δύναμή μας μαζί, τόσο γιατί έχομε συνάμα να φροντίζομε για το ναυτικό μας, όσο και γιατί στέλνομε εκστρατευτικά σώματα σε πολλά μέρη συγχρόνως· κι αν συγκρουστούν κάπου μ' ένα μικρό τμήμα του στρατού μας και νικήσουνε λίγους από μας, παινεύονται πως αποκρουστήκαμε όλοι, κι αν νικηθούν, πως όλοι μας τους βάλαμε κάτω. Κι όμως, αν προτιμούμε να ριχνόμαστε στον πόλεμο με το κέφι μας μάλλον παρά από τη συνήθεια της ταλαιπωρίας, κι όχι με νόμους που μας επιβάλλουν την αντρειά, παρά με τρόπο ζωής που την ευνοεί, μας μένει τ' όφελος πως δεν κουραζόμαστε από τα πριν για τα βάσανα που μέλλονται να 'ρθουν, κι όταν φτάσει η ώρα τους, δε δειχνόμαστε λιγότερο τολμηροί από κείνους που δεν κάνουν άλλο παρά να μοχτούν και σε άλλα πολλά, αξίζει η πολιτεία μας το θαυμασμό του κόσμου.

  6. »Αγαπούμε δηλαδή και δουλεύομε την ομορφιά χωρίς να τη συγχέομε με την πολυτέλεια, και κυνηγούμε τη γνώση και τη σοφία χωρίς για τούτο να χάνομε τον αντρισμό μας· γιατί χρησιμοποιούμε τα πλούτη μας μάλλον σαν ευκαιρία για έργα παρά για καυχησιάρικα λόγια, και δε θεωρείται ντροπή να ομολογήσει κανείς πως είναι φτωχός, αλλά χειρότερη ντροπή να μην προσπαθήσει να ξεφύγει τη φτώχεια του έμπρακτα. Και νοιάζονται οι ίδιοι άνθρωποι και τις ιδιωτικές τους δουλειές και τα πολιτικά, κ' ενώ άλλοι σ' άλλα επαγγέλματα ασχολούνται, όμως γνωρίζουν όλοι τα πολιτικά ζητήματα κατά βάθος· γιατί μόνον εμείς θεωρούμε όποιον δεν ανακατεύεται σ' αυτά, όχι σαν άνθρωπο που κοιτάζει τη δουλειά του, αλλά σαν άνθρωπο άχρηστο· κ' οι ίδιοι άνθρωποι κρίνουνε για τις πολιτικές πράξεις, και προσπαθούν να επινοήσουνε σωστές λύσεις για τα πολιτικά ζητήματα· γιατί δεν πιστεύομε πως η συζήτηση ζημιώνει την πράξη, αλλά πως είναι πιο βλαβερό να μη μάθει κανείς από τα πριν με το λόγο σε τι πρέπει να προχωρήσει με την πράξη. Γιατί εξέχομε και σε τούτο: πως οι ίδιοι άνθρωποι τολμούν το περισσότερο, και είναι άξιοι να σκεφτούν ως τις άκρες λογικές τους συνέπειες εκείνα που πρόκειται να επιχειρήσουν· ενώ στους άλλους η άγνοια φέρνει την αποκοτιά και η σκέψη το δισταγμό. Όμως πιο γενναιόκαρδοι θα ήταν σωστό να θεωρηθούν εκείνοι που ενώ ξέρουν καθαρότατα και τι είναι πιο φοβερό, και τι είναι πιο ευχάριστο, όμως για τούτο δεν αποτρέπονται από τους κιντύνους. Και είμαστε αντίθετοι προς τους περισσότερους και στις καλές μας πράξεις γιατί δεν κάνομε φίλους εκείνους που μας ευεργετούν, αλλά εκείνους που ευεργετούμε εμείς. Πιο σίγουρος φίλος είναι όποιος έχει κάνει το καλό, έτσι ώστε να το διατηρεί σα χρέος από τον άλλον με την καλή του προαίρεση σ' εκείνον που αυτός την έδωσε. Εκείνος όμως, που χρωστάει αντίχαρη, δεν είναι τόσο πρόθυμος, ξέροντας πως θ' ανταποδώσει μια παλιά γενναιοψυχία, κι όχι για να του χρωστούνε χάρη αλλά σα χρέος. Και μόνοι εμείς παρέχομε την ευεργετική μας βοήθεια χωρίς δισταγμό στηρίζοντάς την όχι στον υπολογισμό του συμφέροντος, αλλ' από πίστη στην ελευτερία.

  7. »Και μ' ένα λόγο, υποστηρίζω πως σ' όλες της τις εκδηλώσεις και απ' όλες μαζί τις πλευρές αποτελεί η πολιτεία μας παράδειγμα και μόρφωση για την Ελλάδα και πως και ο κάθε της πολίτης χωριστά μου φαίνεται πως μπορεί να παρουσιάσει συγχρόνως τις περισσότερες χάρες και με μεγαλύτερη ευστροφία να δείξει στη ζωή του αυτάρκεια με τις πιο διάφορες μορφές της ενέργειάς του. Και πως αυτά που λέω δεν είναι παινέματα με λόγια για τη σημερινή περίσταση, παρά αλήθεια που βγαίνει από τα πράματα, το αποδείχνει η ίδια η δύναμη της πολιτείας μας, που την αποχτήσαμε με τους τρόπους που εξήγησα. Γιατί μόνη η δική μας πολιτεία, όταν τη γνωρίσει κανείς από κοντά, φανερώνεται ανώτερη από τη φήμη της, και μόνη αυτή, ούτε στον εχτρό που έρχεται ενάντιά της προκαλεί αγανάχτηση σα να λέει: «κοίτα από τι λογής ανθρώπους παθαίνομε όσα παθαίνομε», ούτε στους υπηκόους δίνει αφορμή να την κατηγορήσουν πως τους εξουσιάζουν ανάξιοι άνθρωποι. Κ' επειδή φανερώνομε τη δύναμή μας με τρανά σημάδια, έτσι ώστε πολλοί μπορούν να τη μαρτυρήσουν, μας θαυμάζουν οι σύγχρονοί μας, και θα μας θαυμάζουν οι μελλούμενες γενιές, χωρίς να 'χομε ανάγκη ούτε κανένας Όμηρος να μας υμνήσει, ούτε κανένας άλλος, που οι στίχοι του θα ευχαριστήσουν όσους τους ακούν εκείνη την ώρα, αλλά που η αλήθεια θα καταστρέψει την ιδέα που δίνει για τις πράξεις· μας αλλά με την παλληκαριά μας αναγκάσαμε κάθε χώρα και κάθε θάλασσα ν' ανοίξουνε στο πέρασμά μας κι αφήσαμε παντού μνημεία αιώνια τόσο του καλού όσο και του κακού που μπορούμε να κάνομε. Για τέτοια λοιπόν πολιτεία σκοτώθηκαν τούτοι–εδώ οι τιμημένοι νεκροί, παλληκαρίσια διεκδικώντας στη μάχη την αξίωση να μην τους την πάρουν άλλοι, και φυσικό είναι όσοι απομένουνε ζωντανοί να είναι πρόθυμοι να υποφέρουν τα πάντα γι' αυτήν.

  8. »Γι' αυτό λοιπόν μίλησα περισσότερο για την πολιτεία, θέλοντας να μάθετε πως δεν αγωνιζόμαστε για τα ίδια πράματα εμείς κ' οι αντίπαλοί μας, που δεν έχουν τίποτ' απ' αυτά· και συνάμα φανερώνοντάς σας με χειροπιαστές αποδείξεις πόσο δικαιολογημένος είναι ο έπαινος αυτών, που στον τάφο τους μιλώ. Και ειπώθηκε κι όλας το μεγαλύτερο μέρος του εγκωμίου μου γι' αυτούς· γιατί όσα ύμνησα για την πολιτεία, της τα 'δωσαν κόσμημα οι αρετές τούτων των νεκρών, και άλλων σαν αυτούς, και δεν είναι πολλοί οι Έλληνες, που όπως γι' αυτούς, ο λόγος μπορεί να φανερωθεί αντίστοιχος με τα έργα τους. Γιατί μου φαίνεται πως φανερώνει την παλληκαριά του αντρός, σαν πρώτο μήνυμα και τελευταία σφραγίδα, ένας θάνατος σαν τούτων–εδώ. Γιατί σωστό είναι ακόμα και γι' άντρες κατώτερους, να προβάλλονται περισσότερο οι γενναίες πράξεις στον πόλεμο για την πατρίδα· γιατί σβήνοντας ό,τι κακό έκαμαν με την παλληκαριά τους, ωφέλησαν περισσότερο το σύνολο απ' όσο τυχόν έβλαψαν με τις ιδιωτικές τους πράξεις. Από τούτους όμως κανένας, ούτε δείλιασε από την επιθυμία να εξακολουθεί να χαίρεται τα πλούτη του, ούτε με την ελπίδα του φτωχού πως κάποτε θα ξεφύγει την αθλιότητά του πλουτίζοντας, ανέβαλε την ώρα του κιντύνου· αλλά λαχταρώντας περισσότερο απ' ολ' αυτά να εκδικηθούν τον εχτρό, και πιστεύοντας πως απ' όλους τους κιντύνους τούτος είναι ο πιο ωραίος τα παράτησαν όλα κι όρμησαν ν' αντικρύσουν τον εχτρό, ελπίζοντας μόνο από το αβέβαιο μέλλον τη νίκη και την επιτυχία τους, αλλ' αξιώνοντας να στηριχτούνε μόνο στον εαυτό τους απάνω στην πράξη που έβλεπαν κι όλας μπροστά τους· κι απάνω στη μάχη, πιστεύοντας πως χρέος έχουν κάλλιο να χαθούν παρά να σωθούν υποχωρώντας, ξέφυγαν τη ντροπή της κατηγόριας, κι ανεβάσταξαν την πράξη τους με τη ζωή τους, και σε μια σύντομη συντυχιά στην υψηλότερη κορφή, όπου προσδοκούσαν τη δόξα μάλλον παρά το φόβο, έδωσαν τη ζωή τους.

  9. »Αυτοί λοιπόν δείχτηκαν τόσο γενναίοι, αντάξιοι της πολιτείας· εσείς όμως οι άλλοι πρέπει βέβαια να ελπίζετε πως θ' αντιμετωπίσετε τον εχτρό με ασφαλέστερα αποτελέσματα για σας, αλλά ν' αξιώνετε από τον εαυτό σας να μην είναι το φρόνημά σας λιγότερο τολμηρό απέναντί τους θωρώντας, όχι μόνο με αφηρημένα λόγια τα πλεονεχτήματα, που δεν υπάρχει λόγος ν' αναπτύξω εκτενώς σε ανθρώπους που τα ξέρουν όσο καλά κ' εγώ, λέγοντας πόσα καλά πηγάζουν από την υπεράσπιση της πατρίδας ενάντια στους εχτρούς· Κάλλιο σας πρέπει, βλέποντας κάθε μέρα έμπραχτα το μεγαλείο της πολιτείας μας, να την αγαπήσετε με πάθος, κι όταν πειστείτε αληθινά πως είναι μεγάλη, να στοχαστείτε πως τ' απόχτησαν αυτά άντρες που είχανε θάρρος και ήξεραν το χρέος τους, κι απάνω στην πράξη σεμνά φοβούνταν μόνο τον ονειδισμό, άντρες που κι αν σφαλάνε σε κάτι, δεν το θεώρησαν για τούτο σωστό να στερήσουν της πολιτείας την αντρειά τους, αλλά της πρόσφεραν το πιο ακριβό που μπορούσαν να δώσουν. Γιατί θυσιάζοντας για το κοινό καλό όλοι μαζί τις ζωές τους, κέρδισε ο καθένας χωριστά τον έπαινο που δε γερνάει, και τον πιο δοξασμένο τάφο, όχι αυτόν που κείτονται τώρα, αλλά εκεί που η δόξα τους για τον καθένα, σε κάθε ευκαιρία γενναίου λόγου ή πράξης, θα μείνει να την αναθυμούνται για πάντα. Γιατί κάθε μέρος της γης είναι μνήμα για τους εξαιρετικούς άντρες, και δεν το σημαδεύει μόνο μια επιγραφή σε στήλη της πατρίδας τους, αλλά και στα ξένα η άγραφη θύμησή τους σαλεύει ολοένα στο νου του καθενός και τους θυμίζει το φρόνημά τους μάλλον παρά την ειδική πράξη τους. Πρέπει λοιπόν να πασκίσετε να μιμηθείτε τους άντρες αυτούς και θεωρώντας πως ευτυχία είναι η λευτεριά, και λευτεριά η παλληκαριά, να μην ταράζεστε βλέποντας γύρω σας τους κιντύνους του πολέμου. Γιατί δεν είναι λογικό ν' αψηφούν περισσότερο τη ζωή τους οι συφοριασμένοι, που δεν έχουν ελπίδα να ιδούν καλό, αλλά όσοι κιντυνεύουν όσο ζουν ακόμα, να ιδούν την αντίθετη αλλαγή της τύχης, και που γι' αυτούς θα 'ναι μεγάλη η διαφορά αν τυχόν ξεπέσουν. Γιατί για έναν άντρα που 'χει συναίσθηση του εαυτού του είναι βαρύτερο αν κακοπαθήσει αφού πρώτα δείχτηκε άναντρος παρά αν τον έβρει ο θάνατος πάνω στην ακμή του και στις μεγάλες ελπίδες του για την πατρίδα, που συνάμα δε θα τόνε νοιώσει καν.

  10. »Γι' αυτό και τους γονιούς των νεκρών τούτων, όσοι βρίσκονται τώρα εδώ, δεν τους θρηνώ, παρά θα προσπαθήσω με τα λόγια μου να τους εγκαρδιώσω. Γιατί αυτοί, που μεγάλωσαν σε λογιών διαφορετικές συντυχίες, ξέρουν πως η μεγαλύτερη καλοτυχιά είναι τούτη, όσοι λάχουν τον πιο άξιο θάνατο, όπως τούτοι, και την πιο άξια λύπη, όπως εσείς, και όσων εμετρήθηκε η ζωή έτσι που να ευτυχήσουν σ' αυτήν και να την τελειώσουν το ίδιο. Ξέρω βέβαια πως δεν είν' εύκολο να σας πείσω για τούτο, γιατί πολλές φορές θα σας θυμίζουν τη συμφορά σας οι ευτυχίες των άλλων, που τις χαιρόσαστε κάποτε και σεις· και θλίψη δίνουν όχι τ' αγαθά εκείνα που στερείται κανείς χωρίς να τα 'χει δοκιμάσει ποτέ, μα όσα τα 'χει συνειθίσει και του τα παίρνουν. Πρέπει όμως να κάνετε καρδιά, κι όσοι είναι ακόμα σε ηλικία κ' έχουν την ελπίδα ν' αποχτήσουν, ας κάνουν άλλα παιδιά· γιατί και στην ιδιωτική σας ζωή τα νέα παιδιά θα σας κάνουν να ξεχάσετε εκείνους που δεν υπάρχουν πια, και θα ωφελήσει τούτο από δυο απόψεις και την πολιτεία, γιατί ούτε θα ερημωθεί, και θα 'ναι διπλά ασφαλισμένη, γιατί δεν είναι δυνατό να κρίνουνε στη βουλή το ίδιο ισόνομα και δίκαια όσοι δεν κιντυνεύουν το ίδιο το μέλλον των παιδιών τους. Όσοι πάλι έχετε περάσει την ακμή σας, πρέπει να θεωρείτε κέρδος το μεγαλύτερο διάστημα που ζήσατε ευτυχισμένοι, και πως η ζωή που μένει είναι λίγη, και να παρηγοριέστε με τη δόξα των νεκρών ετούτων. Γιατί μόνο η αγάπη της τιμής δε γερνάει, και δεν είναι αλήθεια, όπως λένε μερικοί, πως στην άχρηστη πια ηλικία το πιο ευχάριστο είναι να κερδίζει κανείς χρήματα, αλλά να 'χει την τιμή του κόσμου.

  11. »Για τα παιδιά όμως και τους νεότερους αδερφούς τούτων–εδώ βλέπω μεγάλο τον αγώνα (γιατί όλοι συνήθως παινεύουν αυτούς που χάθηκαν και μετά βίας μπορεί να σας κρίνουν, αν δειχτείτε εξαιρετικά ενάρετοι, όχι παρόμοιους αλλά λίγο μόνο χειρότερους απ' αυτούς. Γιατί τους ζωντανούς φθονούν οι αντίπαλοί τους, αλλά εκείνον που δεν τους στέκει πια εμπόδιο, τον τιμούνε με καλοπροαίρετη διάθεση, που δε φοβάται πια τον ανταγωνισμό. Κι αφού πρέπει τώρα να μνημονέψω και την αρετή των γυναικών, που θα βρεθούν από δω κ' εμπρός χήρες, θα τα εκφράσω όλα με την πιο σύντομη ορμήνεια. Μεγάλη δηλαδή θα 'ναι η δόξα εκείνων που δε θα πέσουν πιο κάτω από το μέτρο που τους όρισε η φύση, κ' εκείνων που γι' αυτές λιγότερος λόγος γίνεται ανάμεσα στους άντρες είτε για να παινέσουν την αρετή τους ή για ψεγάδι.

  12. »Μίλησα λοιπόν κ' εγώ, λέγοντας κατά τα θεσπισμένα συνήθια όσα ταιριαστά μπορούσα να πω, κι αυτοί που κηδεύονται σήμερα έχουν τιμηθεί έμπραχτα από το κράτος, που θα συντηρήσει και τους γιους τους από δω κ' εμπρός όσο να μεγαλώσουν, στεφανώνοντας έτσι μ' ωφέλιμο βραβείο όλους τους παρόμοιους αγώνες τόσο αυτών–εδώ, όσο και των άλλων που επιζούν· γιατί εκεί που βραβεύεται περισσότερο η αρετή, εκεί φέρνονται και καλύτερα οι άντρες στα πολιτικά. Και τώρα, αφού χορτάσει ο καθείς το θρήνο για τον εδικό του, πηγαίνετε στο καλό.»

Thukydides: Peloponnesiska krigets historia (Andra boken §35 -46)

I svensk översättning av Ivar A. Heikel (Hugo Gebers Förlag, Stockholm: 1945)

Perikles Xanthippos som utsågs att hålla tal över dem som först stupat. Då stunden var inne, gick han från griften upp på en hög talarstol, för att han skulle höras av en så stor menighet som möjligt, och yttrade följande.

  1. ”De flesta av dem som förut talat på denna plats ha prisat den som till begravningsseden fogat hållandet av ett tal, ty det är vackert ett sådant hålles vid deras begravning som stupat i krig. Mig synes dock vara tillräckligt, om deras ära, vilka i gärning kommer till uttryck, såsom ni nu se genom denna av staten föranstaltade begravning ske. Mångas förtjänster borde icke sättas i fara genom en person, så att man tror på dem, allteftersom denne talar väl eller illa. Det är svårt att på riktigt sätt yttra sig i ett fall, då uppfattningen om det sanna förhållandet blott med möda kan vinna fasthet. Ty den med saken förtrogne och välvilligt stämde åhöraren torde lätt anse, att framställningen är svarare än han önskar och vad han i saken känner; den okunnige kan på grund av avund anse, att vissa saker överdrivas, om han hör något som går över hans egen förmåga. Ty lovtal över andra fördrager envar, blott så vitt han anser sig själv i stånd att göra något sådant som han hör omtalas. Det som går därutöver betraktar han med avund och tror icke. Men eftersom våra förfäder prövat hållandet av ett tal vara riktigt, bör även jag, följande seden, försöka så vit möjligt träffa envars önskan och mening.”

  2. ”Jag ska börja med våra förfäder. Ty det är rätt och tillbörligt att vid ett sådant tillfälle som detta minnets ära dem tillerkännes. Detta land har samma folk under en följ av generationer alltid bebott och till denna stund genom sitt mannamod bevarat fritt. Förfädren äro förtjänta av pris och än mera våra fäder. Ty de ha till det välde, som de mottogo, åt oss nu levande icke utan möda överlämnat det stora välde vi nu äga. Men mest ha dock vi själva, som ännu leva och för det mesta befinna oss i medelåldern, förkorvat det och utrustat staten med allt, så att den är sig själv nog i krig och fred.”

    ”De krigiska bragder, genom vilka allt detta förvärvats, och huru vi själva eller våra fäder modigt värjt oss mot anfallande fiender, hellener och barbarer, vill jag icke utförligt tala om inför åhörare som känna det; jag förbigår det. Men genom vilket förfarande vi kommit till detta, med en hurudan statsform och med vilka seder storheten vunnits, detta vill jag först visa, och sedan går jag att prisa de fallna. Jag anser det vid närvarande tillfälle icke vara olämpligt att detta nämnes, och anser att det för hela menigheten, både för stadens invånare och främlingar, är gagneligt att höra detta.”

  3. ”Vi ha en statsförfattning, som icke är en efterapning av grannarnas lagar. Vi äro mera ett föredöme för andra än vi efterlikna andra. Statsformen har namnet demokrati, emedan den är så gestaltad, att makten icke tillhör ett fåtal utan flera. I enskilda tvistemål ha alla enligt lagarna samma rätt, men i fråga om avseende har envar, allteftersom han utmärker sig i något, företräde, icke så mycket på grund av den samhällsklass han tillhör som på grund av förtjänst. Icke heller blir av fattigdom någon, om han gör staden en tjänst, hindrad därifrån på grund av sin obemärkta ställning. Vi leva i vår stad fritt i det offentliga livet och fritt i fråga om den ömsesidiga misstänksamheten i dagliga sysselsättningar. Vi äro icke onda på vår granne, om han gör något efter sitt behag, och vi tillfoga honom icke ledsamheter, som visserligen äro oskadliga, men obehagliga att se. Vi umgås enskilt utan att besvära varandra; i det offentliga överträda vi icke lagarna, mest på grund av försynthet, av hörsamhet mot dem som för gången äro ämbetsmän och hörsamhet mot lagarna, särskild de lagar, som äro stiftade till deras skydd, som förorättas, och de lagar som, ehuru oskrivna, medföra en erkänd vanära (om de överträdas).”

  4. ”Vi ha även skaffat oss många vederkvickelser efter mödorna, genom de tävlingar och offerfester som hos oss äro vanliga året om, och genom enskilda vackra anordningar, vilkas dagliga njutning förjagar ledsnaden. Hit inkommer i följd av stadens storlek allt från alla länder, och det är fallet hos oss, att vi icke äro mera förtrogna med njutningen av det som här förekommer än av främmande människors goda.”

  5. ”I fråga om krigiska förberedelser skilja vi oss från våra motståndare genom följande. Vi hålla vår stad öppen för alla, och aldrig utestänga vi genom utvisande av främlingar någon från att se och lära känna sådant, varav en fiende, om det icke döljes och han ser det, kan ha gagn. Vi förlita oss icke så mycket på åtgärder och lister som på vårt från oss själva utgående mod till bragder.”

    I fråga om uppfostran söka några genom mödosamma träningar från ungdomen vinna mannamod. Vi leva otvunget och gå dock lika stora faror till mötes. Ett bevis därpå: Lakedaimonerna draga icke ensamma, utan i förbindelse med alla sina bundsförvanter, mot vårt land. Vi angripa ensamma våra grannars land, och utan svårighet strida vi i det främmande landet med dem, som värna sitt eget, och besegra dem för det mesta. Ingen fiende har någonsin träffat på vår krigsmakt samlad, emedan vi samtidigt ägna omsorg åt vår flotta och sända vår av egna män bestående lanthär till många ställen. Om fienderna sammandrabba med en liten del av de våra och besegrat några, skryta de med att de förjagat alla, och om de blivit övervunna, att de besegrats av alla. Då vi mera med sorglöshet är på grund av mödosam, träning och mera med en på sederna än på lagarna beroende tapperhet önska utsätta oss faror, ha vi den fördelen att icke på förhand plåga oss med kommande svårigheter, och då vi rakat i dem, visa oss icke mindre djärva än de som alltid möda sig. Men icke blott häri, utan även i andra avseenden är vår stad förtjänt av beundran.”

  6. ”Vi älska det sköna i enkelhet; Vi älskar visdom utan veklighet. Vi betjäna oss av rikedom mera som medel till verksamhet än som ämne för skryt. Det är ingen skam att erkänna att man är fattig; att icke söka genom arbete undkomma fattigdomen är skamligare. Samma personer sköta på en gång sina egna och statens angelägenheter, och om de ägnat sig åt olika privata värv, förvärva de dock en icke bristfällig insikt i politiska ting. Vi äro de enda som anse en, som icke tager befattning med dessa, icke som en överskam utan som en oduglig medborgare. Själva avgöra vi statsangelägenheterna eller överväga dem behörigt. Vi anse icke ord skada handlingen, utan fastmer att icke på förhand genom diskussion ha vunnit insikt, innan man går till den nödvändiga handlingen. Till åtskillnad från andra ha vi även det företrädet att vi våga noggrant överväga det som vi skola företaga oss, medan hos andra okunnigheten ger djärvhet, övervägandet medför tvekan. Med rätta torde de anses bäst till sinnelag, som klarast känna faror och njutningar och därför ej rygga tillbaka för farorna.”

    ”I fråga om ädelmod stå vi i motsats till de flesta. Icke genom att åtnjuta gott, utan genom att göra gott, förvärva vi oss vänner. Ty den som bevisat en ynnest, för vilken man är tack skyldig, är mera benägen att upprätthålla denna ynnest, genom välvilja mot den som han bevisat en sådan, men den som står i skuld för en ynnest, är trögare, då han vet att han kommer att visa sin ädelhet ej som en ynnest, utan som avbördande av en skuld. Vi äro de enda som utan fruktan hjälpa mången icke så mycket med beräkning av den därav härflytande fördelen som av tillit till vår frisinthet.”

  7. ”Sammanfattande säger jag, att vår stat är en uppfostrare för Hellas, och att varje enskild man hos oss tyckes med behag och den största smidighet visa sin person vuxen mångfaldiga förhållanden. Och att detta icke är ett skryt i ord för tillfället, utan fastmer en faktisk sanning, det visar vår stats styrka, vilken vi genom sådana seder vunnit. Bland alla nuvarande stater är vår den enda som icke hos en angripande fiende väcker ovilja över att han av sådana får lida ont, eller hos underlydande framkallar klagomål över att av ovärdiga behärskas. Med stora märken och icke obestyrkt ha vi visat vår makt. Vi skola beundras av dem som nu leva och av dem som följa. Vi behöva icke en Homeros som lovtalare eller någon som med sina verser för tillfället tjusar, men vars uppfattning av gärningarna sanningen rubbar. Vi ha tvungit alla land och alla hav att öppna sig för vår djärvhet, och överallt ha vi grundat evärdliga minnesmärken av ont och gott som vi gjort. För en sådan stat ha dessa ädelt kämpat och dött, i det de betraktat som en plikt att icke bli den berövad. Det är naturligt att alla överlevande vilja kämpa för den.”

  8. ”Jag har utförligt ordat om förhållandena i vår stat, för att visa, att det icke är samma sak kampen gäller för oss och för dem som icke på samma sätt ha dessa fördelar, och emedan jag vill grunda deras pris, om vilka jag nu talar, på klara bevis. Det mesta därav är redan sagt. Ty med det som jag yttrat till stadens pris ha dessa och deras likars bragder smyckat den, och det torde icke finnas många hellener, beträffande vilka lovordet står i sådan motsvarighet till handlingarna som beträffande dessa. Deras undergång, finner jag, först röjde den och (hos de äldre) slutligt bekräftade den. I fråga om dem, som i övrigt varit klandervärda, är det tillbörligt att i främsta rummet ställa deras för fäderneslandet ådagalagda tapperhet mot fienderna. Med en god gärning ha det utplånat en dålig handling och mera offentligt gagnat än genom enskilda handlingar skadat. Av de ställde ingen en fortsatt njutning av rikedom högre (än plikten) och ha därigenom förverkligats, eller ha av den fattiges hopp att engång slippa den och bli rik sökt ett uppskov i faran. De ansågo hämnd på fienderna önskvärdare; de betraktade detta som den skönaste fara. De ville under fara hämnas på fienderna och på detta sätt eftersträva förmånerna. De överlämnade den osäkra framgången åt hoppet, men i gärning, i fråga om det som visade sig för deras ögon, ansågo de för riktigt att blott lita på sig själva. Därvid ansågo de det att värja sig och att lida för skönare än att rädda sig genom att ge vika. De undgingo ett skamligt rykte. De bestodo striden med insatsen av sitt liv, och i ett snabbt ödesögonblick, snarare på höjden av lycka än av fruktan, skildes de hädan.”

  9. ”Sådan voro dessa, enligt sin plikt mot staden. De överlevande må önska sig ett mera tryggat, men ej begära ett mindre djärvt sinnelag mot fienden. Ni må icke blott på grund av ett tal taga i betraktande gagnet av försvar, vilket gagn jag kunde vidlyftigt utlägga för er, - men ni känna det lika väl som jag, - genom att tala om vilka fördelar fiendens avvärjande bringar med sig. Men ni må hellre dagligen i verkligheten betrakta statens styrka och fatta kärlek till den, och då ni finna den stor, besinna att det är genom mod och insikt i sina plikter och hederskänsla i sina handlingar män vunnit detta. Då de haft missöde i något företag, ha de icke ansett riktigt att undandraga staten sin tapperhet, utan givit staten det största kärleksbevis. För det allmänna ha de givit sitt liv, för sig själva ha de vunnit att ovanskligt lov och den mest ärofulla grav, icke så mycket den i vilken de vila, som den där deras ära, var på gång ord eller handling därtill ger anledning, till evärdlig hågkomst förbliver. Ty hela jorden är utmärkta mäns krav, och icke blott inskriften på gravvården utmärker den i deras fädernesland, utan även i främmande land fortlever hos envar det oskrivna minnet mer av deras sinnelag än av deras gärning.”

    ”Efterlikna alltså dessa! Ni må anse att lyckan beror på frihet, men friheten på mannamod. Se icke ängsligt på krigets faror. Dem som det går illa, som icke ha hopp om något gott, blottställa icke med större skäl sina liv, än de som under sitt liv ännu ha att frukta ett omslag till motsatsen, de för vilka skillnaden är särskilt stor, om de råka ut för ett missöde. För en man med stolthet är en genom feghet uppkommen förnedring smärtsammare än en under känsla av styrka och gemensamt hopp inträdande smärtfri död.”

  10. ”Därför beklagar jag icke er här närvarande fäder till de stupade, utan snarare tröstar jag er. Alla veta att de uppvuxit under växlande skickelser, men det är en lycka att ha vunnit, liksom dessa, det vackraste slut, liksom ni den vackraste sorg, och ha fått sig ett liv tilldelat att däri vara lyckliga och på samma sätt sluta det. Jag vet att det är svårt att övertyga er härom, då ni ofta komma att påminnas om er förlust vid andras lycka, en sådan som ni en gång själva fröjdats över. Man sörjer icke över att man går miste om något gott som man icke provat, utan över att förlora det man blivit van vid. Med hoppet om andra söner må det hålla ut, som äro i ålder att ännu få barn, ty i familjelivet skola de senare födda sönerna komma er att glömma dem som icke mera finnas till, och staten skall därav ha ett dubbelt gagn, genom att icke bli folktom och genom att vinna en större trygghet. Ty det är icke möjligt att opartiskt och rättvist rådslå, om man ej på samma sätt delar farorna och sätter söners liv på spel.”

    ”Men ni, som överskridit den åldern, må anse den större delen av ert liv, som ni levat lyckligt, som en vinning, och betänka att den tid som nu återstår är kort, och ni må finna en lindring i era söners berömmelse. Ty känslan för ära är det enda som icke åldras, och under den orkeslösa åldern skänker icke penningförvärv, såsom några påstå, tillfredsställelse, utan att man åtnjutar ära.”

  11. ”Er åter, härvarande söner och bröder till de stupade, ser jag en stor tävlingskamp förestå. De som icke längre finnas till pläga alla berömma, och med knapp nöd skola ni med högsta mått av tapperhet, bli berömda icke såsom med dem jämngoda, utan blott föga underlägsna. De levande äro föremål för medtävlares avund, men den som icke står i vägen, hedras med en från tävlan fri välvilja.”

    ”Om jag även bör ihågkomma den kvinnliga dygden hos alla dem som nu komma att leva i änkestånd, skall jag med en kort maning ange allt. Att icke vara svagare än den natur som är er, är en stor ära för er och för den, till vars pris eller klander bland männen minst är tal.”

  12. ”Jag har nu, enligt lagens bud, i ord yttrat vad tjänlig jag haft att säga. I gärning ha de begravna redan blivit hedrade, men deras barn skola härefter på statens bekostnad uppfostras till myndig ålder. Staten utsätter sålunda såväl för de stupade som för de efterlevande i sådana tävlingar en gagnelig prisbelöning. Där de högsta pris för förtjänstfull handling äro utsatta, där har staten de bästa medborgare.”

    ”Sedan ni nu begråtit envar den han bör, må ni gå hädan.”

    Sådan var den begravning som försiggick denna vinter. Då denna gått till ända, slutade första året av detta krig.

.