Προσωπικότητεs

Σωκράτης

Μέγας Αλέξανδρος

Mera av Agne Hamrin?

Varför blev Sparta spartanskt?

Hamrin: Γιατί έγινε η Σπάρτη σπαρτιάτικη;

Σωκράτηςsokratis socratesssokrAggeioSokrates

  1. Σωκράτης / Sokrates (ca 470 f.K - 399 f.K)
  2. Ο θάνατος του Σωκράτη / Sokrates död av Jacques-Louis David
  3. Αρχαία τοιχογραφία, Μουσείο Εφέσου, 1ος-5ος αιώνας / Väggmålning

 

  • Agne Hamrin (1960): Συνάντηση με το Σωκράτη
  • Agne Hamrin (1960): Möte med Sokrates

Συνάντηση με τον Σωκράτη

του Agne Hamrin (1960)

Αν υπήρχε ένας αρχαίος Έλληνας που θα ήθελα ευχαρίστως να συναντήσω, είναι ο Σωκράτης, γιατί απλά κανέναν άλλον δεν μπορείς να νιώσεις τόσο ανθρώπινα κοντά, όπως αυτόν. Τον Πλάτωνα, μπορεί κάποιος να τον μελετήσει κάλλιστα στο αναγνωστήριο, πρόκειται, όμως, για έναν ογκόλιθο της αρχαίας γραμματείας. Η φωνή έχει φιλτραριστεί μέσω του αποσιωπητικού και αραχνοΰφαντου διχτύου της πεζογραφίας. Οι τραγωδοί βρίσκονται πάντα εκεί, στη σκηνή τους, απαγγέλλουν εκλεκτές σκέψεις και μοιράζονται μαζί μας τις εμπειρίες τους από τις αντιξοότητες της ανθρώπινης ζωής, κάτω από το αυστηρό βλέμμα των θεών. Υπάρχει, ωστόσο, κάτι το ιερατικό στις αναπαραστάσεις τους, και κάποια απόσταση μεταξύ αυτών και του ακροατηρίου τους. Τον Περικλή, τον ταυτίζουμε με την πολιτική του, το όνομά του για εμάς είναι το σύμβολο της πιο λαμπρής περιόδου της αθηναϊκής ιστορίας. Η πασίγνωστη προτομή του αποτελεί μάλλον την αποθέωση του έργου ενός πολιτικού άνδρα, παρά το αγωνιστικό πορτραίτο ενός ζωντανού ανθρώπου. Την προσωπική του φωνή, την συναισθανόμαστε μάλλον μόνο μία και μοναδική φορά: όταν πλέκει το εγκώμιο της Αθήνας. Ακόμα και τότε, όμως, ακούγεται σαν μεγαλοστομία και απαγγελία, κάτι σαν εθνικός ύμνος σε αφήγηση.

Μπορούμε να δούμε από κοντά τον Σωκράτη, στη ζωή του. Η φυσική του μορφή διακρίνεται από τα ξεκάθαρα χαρακτηριστικά. Βλέπουμε το άσχημο γεροντάκι μπροστά μας. Παρατηρούμε τους μορφασμούς του και τις χειρονομίες του. Μπορούμε να τον φανταστούμε ακριβώς όπως είναι, όταν μειδιά με μισάνοιχτα μάτια, όταν σκεπτικός χαϊδεύει τα γένια του, όταν ακουμπάει τον δείχτη του χεριού στην πλατιά μύτη του, αναλογιζόμενος κάτι. Ακούμε τη φωνή του. Τι απόχρωση είχε; Ήταν λεπτή, ήταν βαριά; Τη θέλω διαπεραστική. Μερικές φορές έβγαινε για τα καλά φάλτσα. Όταν ο ζήλος κυρίευε τον Σωκράτη. Ήταν μια καθαρή αιχμηρή φωνή συνομιλίας. Δεν ήταν κάποια τρανταχτή φωνή κηρύγματος. Ο Σωκράτης είναι μαζί με τον Οδυσσέα (αλλά αυτός ανήκει στον μυθικό κόσμο, είναι μυθική μορφή) “ο πιο γνωστός ανάμεσα στους Έλληνες και η πρώτη προσωπικότητα στην παγκόσμια ιστορία για την οποία έχουμε καθαρή απάντηση – βέβαια όχι αναφορικά με τις ιδιαιτερότητες της ζωής του, ιδιαίτερα όχι στα νεανικά του χρόνια, αλλά σε ότι αφορά στη φύση του” διαπιστώνει ο Burckhardt.

Όλοι οι σύγχρονοι καθώς και οι ύστεροι αρχαίοι μάρτυρες συμπίπτουν στην άποψη που θέλει τον Σωκράτη μεγάλη αυθεντία, έναν ιδιόμορφο, ανησυχητικό αλλά πάντα ενδιαφέροντα και μοναδικό άνθρωπο. Όμως, από την πλευρά άλλων σημαντικών απόψεων, ο Σωκράτης παρουσιάζεται ως ο τύπος του γνήσιου Έλληνα. Συγκεντρώνει στο πρόσωπό του χαρακτηριστικά γνωρίσματα, ιδιότητες μεγαλοφυΐας, κατευθύνσεις ενδιαφερόντων, πρότυπα συμπεριφοράς και μορφές ζωής που είναι, ή εμείς νομίζουμε ότι είναι, κλασικά ελληνικά. Όλα αυτά μπορούμε να τα συνοψίσουμε σε μια λέξη: ο Σωκράτης είναι ο άνθρωπος της Αγοράς, ολοκληρωμένος.

Στην Αγορά έχουμε και τη μεγαλύτερη πιθανότητα να τον συναντήσουμε. Η Αγορά και το συμπόσιο είναι δυο λέξεις που υποδηλώνουν για τους αρχαίους Έλληνες φυσικές σκηνές και μορφές συνύπαρξης. Ο Σωκράτης περνούσε θαυμάσια και στις δύο. Στο Συμπόσιο ο Πλάτωνας μας δείχνει τον δάσκαλό του

καθισμένο με τους φίλους του γύρω από κρατήρες και κύλικες. Και είναι εκεί που ο Αλκιβιάδης μεθυσμένος, τρελός και στεφανωμένος με κισσούς και μενεξέδες, ορμάει μέσα και περιγράφει το αυθάδες πορτραίτο του για τον Σωκράτη: “Ισχυρίζομαι λοιπόν ότι αυτός είναι ολόιδιος μ΄ εκείνους τους Σιληνούς που έχουν στημένους στα εργαστήρια των μαρμαρογλυπτών, μερικούς από τους οποίους οι τεχνίτες τους εμφανίζουν να κρατάνε αυλούς και σύριγγες στα χέρια --- Θα έλεγα ότι μοιάζει ιδιαίτερα με το σάτυρο Μαρσύα.” Αυτά για την εξωτερική εμφάνιση του Σωκράτη που δεν ήταν πραγματικά κλασικά ωραία. Ο Αλκιβιάδης προχωράει, κατόπιν, στην περιγραφή της προσωπικότητας του Σωκράτη. Προβάλλει ιδιαίτερα τη δύναμη των λόγων του. Ο Μαρσύας ήταν ένα περίφημος αυλητής, αλλά κατόρθωνε να γοητεύει τους ανθρώπους μόνο με τη βοήθεια του οργάνου. Ο Σωκράτης δεν χρειάζεται ούτε αυλό, ούτε σύριγγα για να συναρπάσει τους ακροατές του. Άλλοι ρήτορες γίνονται γρήγορα βαρετοί, αρχίζει κανείς να χασμουριέται αφού τους ακούσει για μια στιγμή. “Όταν, όμως, ακούμε εσένα να μιλάς ή κάποιον άλλον να διηγείται τους λόγους σου, ακόμη κι αν είναι ασήμαντος αυτός που τα λέει, μένουμε όλοι έκπληκτοι και γινόμαστε κτήμα του. --- Όταν ακούω τους λόγους του, η καρδιά μου χοροπηδά και τρέχουν δάκρυα απ' τα μάτια μου, πολύ περισσότερο απ' τους κορύβαντες.--- Όταν άκουγα τον Περικλή κι άλλους ικανούς ρήτορες, θεωρούσα μεν ότι τα λένε καλά, αλλά τίποτε παρόμοιο δεν πάθαινα, ούτε ταραζόταν η ψυχή μου, ούτε αγανακτούσε σαν να ήμουν αιχμάλωτο, Από τούτον εδώ όμως, τον Μαρσύα, πολλές φορές ένιωσα έτσι, με αποτέλεσμα να μην θέλω να ζω στην κατάσταση που βρισκόμουνα”. Αυτή πρέπει να είναι η πιο διαφωτιστική και πειστική προσωπική μαρτυρία που υπάρχει για την εντύπωση που έδινε ο Σωκράτης στους συγχρόνους του, όταν μιλούσε.

Τώρα είναι βέβαια πολύ περίεργο, ότι ο Σωκράτης δεν άφησε πίσω του ούτε μία γραμμένη σειρά. Άλλοι έχουν καταγράψει τι είπε, ή αυτά που θυμούνται, ή αυτά που έχουν ακούσει ότι αυτός είπε. Η αθανασία του Σωκράτη είναι αποτέλεσμα των λόγων του – και των ενεργειών του. Αυτά, όμως, είναι γι αυτόν ένα και το ίδιο πράγμα.

Σχεδόν όλα όσα είχε πει ο Σωκράτης είχαν ειπωθεί στο χώρο της Αγοράς της Αθήνας. Ήταν εδώ, στην “Πλατεία”, όπου περνούσε την κάθε μέρα της ζωής του. Εδώ ερχόταν το πρωί και μπορεί να υποθέσει κανείς ότι ήταν ο τελευταίος που έφευγε απ' αυτό το μέρος. Ήταν εξαρτημένος από τον κόσμο όσο κανένας άλλος Έλληνας – ή απλούστατα, πιο σωστά: δεν μπορούσε να ζει χωρίς ανθρώπους τριγύρω του. Όπως είναι γνωστό, στο σπίτι του δεν περνούσε καλά, αυτό όμως δεν ήταν λάθος μόνο της - ενδεχομένως και σ΄ ένα βαθμό- δύστροπης Ξανθίππης. Οι Έλληνες ποτέ δεν υπήρξαν “άνθρωποι του σπιτιού”, οποιαδήποτε διάθεση κι αν είχαν οι γυναίκες τους. Το κοινό καθημερινό τους δωμάτιο υπήρξε η Αγορά. Ακόμα και σήμερα έτσι είναι, αν και δεν λέγεται Αγορά, αλλά Σύνταγμα. Αν ο Σωκράτης ήταν σύγχρονός μας, θα τον συναντούσαμε με κάθε σιγουριά στην Πλατεία Συντάγματος, να σεργιανίζει ανάμεσα στα τραπεζάκια των καφέ. Ο Σωκράτης ήταν ο μόνιμος περιπατητής. Μετέτρεψε τις βόλτες του σε μια καλή τέχνη. Με την παρουσία του και μόνο, μετέτρεπε την Αγορά σε φιλοσοφική ακαδημία.

Υπάρχουν δύο σημεία στην αρχαία Αγορά με τα οποία μπορούμε να συνδέσουμε το όνομα του Σωκράτη, στη μια περίπτωση σίγουρα και στην άλλη ίσως ή ολωσδιόλου πιθανόν. Η μία θέση, η σίγουρη, είναι ο ναός του Διός στη βορειοδυτική γωνία. Το περιστύλιο χτίστηκε περίπου ταυτόχρονα με τη γέννηση του Σωκράτη και αποτελούσε την δημόσια ευχαριστία των Αθηναίων στον Δία, γιατί τους έσωσε από τη θανάσιμη απειλή των Περσών. Εκεί υπήρχε πάντα αρκετός κόσμος, ο οποίος ή μόνο σεργιάνιζε ή ψώνιζε κιόλας στα καταστήματα της στοάς. Γνωρίζουμε ότι ο Σωκράτης ευχαρίστως πήγαινε εκεί. Μπορούμε να τον φανταστούμε να περπατάει τριγύρω με τους φίλους του, συνεπαρμένος από τις συζητήσεις υψηλών, διδακτορικών ζητημάτων, κάτω από την ευχάριστη σκιά που έριχνε η στοά. Ο Σωκράτης, όμως, εμφανιζόταν από εδώ κι από εκεί στην Αγορά. Είχε τα αγαπημένα του μέρη, αλλά δεν εγκαταστάθηκε για τα καλά σε κάποιο στέκι, όπως έκανε ο Ζήνωνας. Εκείνος είχε μόνο μία διεύθυνση: Την Ποικίλη Στοά, “την ενοχλητική”, όπως χαρακτηρίστηκε από τις θαυμαστές τοιχογραφίες του Πολύγνωτου και άλλων καλλιτεχνών που κοσμούσαν τους τοίχους της. Πολύ πριν τον Ζήνωνα, η Ποικίλη Στοά ήταν για τους φιλόσοφους ένα ευχάριστο μέρος. Ο Ζήνων μετέτρεψε το κτίριο σε φιλοσοφική στοά par préférence. στο βαθμό που έδωσε τ΄ όνομά της σε ολόκληρη φιλοσοφική σχολή: την στωική.

Το δεύτερο πιθανό στέκι, παρότι παραμένει αναπόδεικτο, έχει αναγνωριστεί από τους Αμερικανούς αρχαιολόγους που έκαναν τις ανασκαφές στην Αγορά. Η ιστορία του ευρήματος αυτού είναι πολύ γοητευτική. Στη νοτιοδυτική πλευρά της μεγάλης πλατείας των Αθηναίων, οι αμερικανική σκαπάνη αποκάλυψε μία κατά τα φαινόμενα ασήμαντη πέτρα, που παρά την απλότητά της και παρά τη φθαρτή κατάστασή της, αποδείχτηκε ότι ήταν μεγάλης σημασίας, όσον αφορά στη σωστή αναζήτηση ανάμεσα στα ερείπια και την ονοματολογία των κατάλοιπων από τα αρχαία κτίσματα. Ο λίθος είναι ένας από τους λεγόμενους χώρος, και χρησιμοποιούταν για την οριοθέτηση της Αγοράς. Αυτό είναι απόλυτα σίγουρο, γιατί ο χώρος ήταν ένα επίγραμμα που έλεγε : “Εγώ είμαι ο οριακός λίθος της Αγοράς”. Πίσω από αυτόν το οριακό λίθο, οι Αμερικάνοι αποκάλυψαν επιπρόσθετα ένα μικρό σύμπλεγμα σπιτιών, και στο ένα από τα δύο δωμάτια, τα οποία στερούνται παντελώς κάθε μεγαλοπρέπειας, βρέθηκαν, αφενός μεν ένα σωρό μικρά και μεγάλα καρφιά, εκείνου του είδους που συνηθίζουν οι τσαγκάρηδες, αφετέρου μια ποσότητα κοκάλινα δαχτυλίδια, τα οποία υποτίθεται ότι χρησιμοποιούνταν για να περνούν από μέσα τα κορδόνια των σανδαλιών. Συμπέρασμα: το δωμάτιο πρέπει να ήταν υποδηματοποιείο. Τι σχέση έχει αυτό, όμως, με το Σωκράτη; Σε τούτη την ερώτηση απαντάει ο Διογένης Λαέρτιος. Ο Διογένης ήταν ένας Έλληνας φιλόσοφος και συγγραφέας με μεγάλο συγγραφικό έργο. Στο Β΄ Βιβλίο του έργου του “Βίοι Φιλοσόφων”, το οποίο μας είναι πολύτιμη πηγή γνώσεων για τους Έλληνες φιλοσόφους, αναφέρεται στο Σωκράτη. Ο Διογένης διηγείται μεταξύ άλλων, ότι ο Σωκράτης συνομιλούσε ευχαρίστως συχνά με τον φίλο του τσαγκάρη Σίμωνα, ο οποίος έμενε ακριβώς στη μία γωνία της Αγοράς. Για να επιστεγαστούν πραγματικά οι ευχάριστες προσδοκίες μας, οι φιλόπονοι Αμερικάνοι έφεραν στο φως ένα μαυρογυαλισμένο μικρό κύπελλο ή δοχείο, στο οποίο υπάρχει χαραγμένο το όνομα του ιδιοκτήτη. Ο ιδιοκτήτης λεγόταν Σίμωνας. Εδώ μπορούμε λοιπόν, χωρίς να πάρουμε την ευθύνη για παράτολμες κατασκευές, να φανταστούμε τον μόνιμο περιπατητή, τον Σωκράτη να μπαίνει αθόρυβα στον φίλο του Σίμωνα, ν’ αδειάζει μια κούπα, και ν’ ανταλλάσσει μαζί του βαθυστόχαστες σκέψεις. Οι τσαγκάρηδες σ’ όλες τις εποχές ήταν γνωστοί για το φιλοσοφικό ενδιαφέρον τους. Αυτόν, τον Σίμωνα που ήταν πάντα έτοιμος για φιλοσοφική συζήτηση, περνούσε να δει ο Σωκράτης. Αλλά, δεν ερχόταν στον τσαγκάρη σαν πελάτης. Ο Σωκράτης περπατούσε πάντα ξυπόλυτος, ακόμα και καταμεσής του χειμώνα, αναφέρει ο Πλάτωνας. Το μικρό εργαστήριο του Σίμωνα είναι ένας εξαιρετικός χώρος, ένας πρόσφορος τόπος λατρείας. Αποπνέει την οικειότητα μιας μακροχρόνιας φιλίας.

Δεν γνωρίζουμε πού έμενε ο Σωκράτης στην Αθήνα. Δεν έχει και καμιά ιδιαίτερη σημασία αυτό. Το πραγματικό του σπίτι ήταν η Αγορά. Βασικά, δυσκολευόμαστε να σχηματίσουμε μια ακριβή εικόνα για τον κεντρικό ρόλο που έπαιζε η αγορά στη ζωή των Ελλήνων, όχι μόνο στην Αθήνα , αλλά σε κάθε ελληνική πόλη. Στα λεξικά, η λέξη αγορά μεταφράζεται σε «πλατεία», αλλά υπάρχουν λόγοι να μπει σε εισαγωγικά η σουηδική λέξη, γιατί η «πλατεία» έχει εντελώς διαφορετικό προορισμό στα δικά μας αστικά κέντρα, απ’ αυτόν που είχε η αγορά στις ελληνικές πόλεις. Πριν από μια γενιά, ακόμη πηγαίναμε στην «πλατεία» για να «εμπορευτούμε». Σήμερα, οι «πλατείες» μας είναι θέσεις στάθμευσης. Η ελληνική λέξη «αγορά» προέρχεται από τη λέξη αγείρω που σημαίνει συναθροίζω, δηλαδή αγορά σημαίνει τόπος συνάθροισης του κόσμου. «Τόπος συνάθροισης του λαού» συνεπώς, - αλλά ούτε και αυτός ο όρος είναι καλός, γιατί έχει ένα επίσημο τόνο και το μυαλό μας πάει στην πολιτική και στην κρατική διοίκηση. Τέτοιες υποθέσεις είχαν βέβαια τη θέση τους στην Αγορά, αλλά καλύπτουν μόνο ένα μέρος από το πραγματικό περιεχόμενο της ελληνικής λέξης. Ας το πούμε πιο απλά, ότι η Αγορά υπήρξε ο αυτονόητος τόπος συνάντησης, η πλατεία τους για βόλτα, «το εμπορικό τους κέντρο», το καθημερινό τους δωμάτιο. Δεν υπάρχει τίποτα πιο χαρακτηριστικό για το ρόλο της Αγοράς, ως καρδιά της ζωής της Αθήνας και όλων των αρχαίων πόλεων, από το γεγονός ότι η λέξη αγοράζειν απέκτησε τη σημασία της «προμεσημβρίας», δηλαδή των ωρών αυτών κατά τις οποίες η Αγορά ήταν σαν μια βουερή κυψέλη, επειδή όλη η πόλη «είχε κλείσει ραντεβού» εκεί. Όλοι γνώριζαν ότι μπορούσαν να συναντηθούν στο περιστύλιο της αγοράς, στη βόλτα ανάμεσα στα μνημεία και τους ναούς της, ή στα μικρά σπιτάκια, όπου οι τσαγκάρηδες και οι μπαρμπέρηδες, οι μανάβηδες και οι μπακιρτζήδες ασκούσαν την τέχνη τους. Ακόμα και οι ξένοι γνώριζαν επακριβώς, που θ’ αναζητούσαν τους κατοίκους σε μια ελληνική πόλη. Λέγεται, μάλιστα, μια αξιοσημείωτη ιστορία, για κάποιον Δημοκίδη από την πόλη Κρότωνα που έγινε προσωπικός γιατρός του Δαρείου, και ο οποίος δραπέτευσε από εκεί γιατί δεν περνούσε καλά. Οι Πέρσες τον αναζήτησαν παντού, «μέχρι το πέρας του κόσμου». Τελικά, κάποιος σκέφτηκε ότι έπρεπε να τον αναζητήσουν στην Αγορά της πόλης του – κι εκεί τον βρήκαν πραγματικά.

Παρακινούμενοι από ένα είδος πάθους για συντροφιά, την ένταση του οποίου εμείς δεν την καταλαβαίνουμε σε όλο της το μέγεθος, οι Αθηναίοι εξελίχτηκαν σε εραστές της Αγοράς, κι έτσι συνέχισαν να είναι μέχρι και στις μέρες μας. Στην ανθρώπινη συνύπαρξη, όμως, κυρίως στις ελεύθερες και ακαταπίεστες μορφές που οι Έλληνες της Αγοράς εκπαιδεύτηκαν, ανήκει ο λόγος, η ομιλία, η συζήτηση, ο αυθόρμητος, ο ευέξαπτος και ακατάσβεστος διάλογος για καθετί μεταξύ ουρανού και γης αλλά ειδικότερα σε σχέση με την πολιτική και με τη φιλοσοφία, από την εποχή του Περικλή και μετέπειτα. Ήδη από τότε, οι μπαρμπέρηδες είχαν τη φήμη ότι ήταν ομιλητικοί άνθρωποι, και αναφορικά με αυτό, αποδείχτηκαν άψογοι εκπρόσωποι της ομιλητικής φυλή τους. Σταματούσαν να μιλούν μόνο για χάρη των θεών, για να προσευχηθούν. Λέγεται ότι όταν ο βασιλιάς Ηρώδης Αρχέλαος ρωτήθηκε από τον μπαρμπέρη του «Πώς θέλει να κουρευτεί η Μεγαλειότητα;», απάντησε αυστηρά, «Με σιωπή». Το ανέκδοτο θα μπορούσε να προέρχεται από την Αγορά της Αθήνας. Έχει καταδειχτεί, ότι το κοινωνικό σύστημα της αρχαίας Ελλάδας από μόνο του παρακινούσε τους ανθρώπους να ομιλούν. Οι λαϊκές συνελεύσεις, τα συμβούλια, τα δικαστήρια και οι κάθε είδους πολιτικές αρχές και υπηρεσίες απαριθμούσαν εκατοντάδες, για να μην πούμε χιλιάδες, μέλη. Σε όλα αυτά τα κοινωνικά όργανα, αγόρευαν, συζητούσαν, συνομιλούσαν. Στην ελληνική πόλη, γλωσσοκοπανούσαν και φλυαρούσαν αδιάκοπα από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ Και πουθενά αλλού με τόσο πάθος και τόση αοκνία όπως στην Αγορά. Αυτοί που διέμεναν στην αγορά πρέπει να ενοχλούνταν τόσο πολύ από τους θορύβους, όπως και οι κοντινοί γείτονες των σημερινών καφενείων της Αθήνας από τα μεγάφωνα των ραδιοφώνων που παίζουν μόνιμα διαπασών.

Σ΄ αυτήν την ασίγαστη Αγορά, ο πιο ομιλητικός μεταξύ των Ελλήνων, ο Σωκράτης ένιωθε σαν στο σπίτι του. Μπορούμε να τον δούμε στο πλήθος, να βολτάρει με τη χαρακτηριστική του περπατησιά και τις γνωστές σε όλη την πόλη χειρονομίες. Υπήρξε αυτό που στον τόπο μας, στη Σμόλαντ, αποκαλούμε «ίδιος ο εαυτός του». Ήταν ο πιο μεγάλος και ο πιο γνωστός από όλους τους άλλους μεγάλους αυθεντικούς που σίγουρα υπήρξαν στην Αγορά. Όπως είναι γνωστό, έγινε αντικείμενο χλευασμού από τους συγγραφείς κωμωδιών. Ο Αριστοφάνης τον περιπαίζει στις «Νεφέλες» - μία από τις σημαντικότερες πηγές των γνώσεών μας για τον Σωκράτη, έτσι όπως φαινόταν στα μάτια των Αθηναίων συγχρόνων του. Λικνίζονταν προς τα μπρος σαν τον γλάρο, συνήθιζε να στριφογυρίζει με το βλέμμα του – σίγουρα ένα πρόσφορο μοντέλο για παρωδία σε έναν ευφυή κωμωδιογράφο κι έναν ταλαντούχο ηθοποιό. Ακόμα κι ο Πλάτωνας, όπως κι ο Ξενοφώντας πρόσεξαν τις ιδιαιτερότητες της εξωτερικής εμφάνισης του Σωκράτη. Πλατιά μύτη, εξέχοντες οφθαλμοί. Το αδίστακτο πορτρέτο του Αλκιβιάδη, σχεδιασμένο με την παρουσία του μοντέλου, τονίζει όπως είδαμε τα αποκρουστικά χαρακτηριστικά στα όρια του παραλόγου: Ο Σωκράτης ένας Σιληνός, ένας Μαρσύας, ένα τέρας.

Ο γεροντάκος αυτός, όμως, τον οποίο κορόιδευαν πίσω από τις πλάτες του όταν ανεβοκατέβαινε στην Αγορά, άλλαζε μορφή μόλις άρχιζε να μιλάει. Με τη μαγεία των λόγων, σαγήνευε τους ακροατές του. Κανένας απ’ όσους ερχόταν σ’ επαφή μαζί του δεν μπορούσε ν’ αποφύγει τη δύναμη της επιρροής του, την μονίμως προσεχτική πνευματική δύναμη που απέρρεε απ’ αυτόν, την ηθική διέγερση που πήγαζε από τη δική του ζωή. Ήταν ακριβώς αυτός, ο Σωκράτης, ο ωραίος άνθρωπος που οι φίλοι θυμούνταν. Δεν μπορούσαν όλοι τους να τον ακολουθήσουν στο πέταγμα της σκέψης, τουλάχιστον όχι ο Κρίτωνας. Το ότι όμως αυτός ήταν «ο καλύτερος, ο σοφότερος κι ο επινοητικότερος όλων των ανθρώπων που έχουμε γνωρίσει», το βεβαιώνει ο Φαίδωνας στον Εκεκράτη, όταν τελειώνει την διήγησή του για τις τελευταίες στιγμές της ζωής του Σωκράτη.

(Μετάφραση από τη Σουηδική στην Ελληνική γλώσσα: Ο.Π., 2009)


Agne Hamrin: Möte med Sokrates

avsnitet ingår i hans bok En vår i Grekland, Bonniers1960, s 119-125


Det finns ingen bland de gamla grekerna som jag hellre än Sokrates skulle vilja möta livslevande helt enkelt därför att ingen annan kan man komma så mänskligt nära som han. Platon lär man bäst känna i studiekammaren, men det är litterär röst som talar ut de tjocka volymerna. Stämman har filtrerats genom konstprosans finmaskiga, liksom ljuddämpande nät. Tragöderna står där på sin scen och reciterar ädla tankar och delger oss sina erfarenheter av människolivets vansklighet under gudarnas hårda regemente. Men det är något hieratiskt över deras gestalter, och det är distans mellan dem och deras publik. Perikles identifierar vi med hans politik, hans namn blir för oss symbolen för det mest lysande skedet i Atens historia. Den allbekanta porträttbysten av honom är snarare en apoteos över en statsmannagärning än ett engagerande porträtt av en levande människa. En enda gång tycker vi oss höra hans personliga röst – det är det stora lovtalet över Aten. Men även då blir det något av skandering, deklamation, nationalhymn på prosa.

Sokrates kan vi komma in på livet. Hans fysiska gestalt avtecknar sig mes klara konturer. Vi ser den fula lilla gubben framför oss. Vi iakttar hans minspel, hans gester. Vi kan precis tänka oss honom, när han plirar med ögonen, när han fundersamt stryker sitt skägg, när han eftersinnande sätter pekfingret mot den trubbiga näsan. Vi hör hans röst. Vilken färg hade den? Var den ljus, var den mörk? Jag vill ha den gäll. Ibland gick den nog upp i falsett. När Sokrates blev ivrig. En klar, skarp debattröst. Ingen vibrerande predikostämma. Sokrates är vid sidan av Odysseus (men denne hör hemma i sagornas värld, han är en mytisk gestalt) ”den mest kände bland hellener och den första personlighet i världshistorien som vi har fullständigt klart besked om – visserligen inte beträffande enskildheterna i hans liv, särskild inte i fråga om hans unga år, men vad hans väsen beträffar” fastslår Burckhardt.

Alla samtida och även senare antika vittnen är samstämmiga i uppfattningen av Sokrates som ett stort original, som en märkvärdig, oroande men alltid intresseväckande undantagsmänniska. Men från ett par viktiga synpunkter är Sokrates också den genuine greken. Han samlar i sin person upp karaktärsdrag, begåvningsegenheter, intresseinriktningar, beteendemönster och livsformer som är, eller som vi menar vara, typiskt hellenska. Allt detta kan vi sammanfatta i ett enda ord: Sokrates är agoramänniskan, utvecklad till fullständig.

Det är på Agora vi har den största chansen att möta Sokrates. Agora och symposion, de orden anger de bägge för antikens greker, naturliga scenerna och formerna för samvaro. Sokrates trivdes storartad med bägge. I Gästabudet visar oss Platon sin närmaste lägrad med sina vänner omkring blandningskärl och dryckesbägare. Och det är där som Alkibiades, full och galen och bekransad med murgröna och violer, stormar in och tecknar sitt vanvördiga porträtt av Sokrates: ”Jag påstår att han har den största likhet med de där silenerna som man ser i bildhuggarverkstäderna och som konstnärerna framställer med pipor och flöjter i händerna --- Särskild liknar han, vill jag påstå, satyren Marsyas.” Detta om Sokrates utseende, som verkligen inte var klassiskt skönt. Sedan övergår Alkibiades till att proträttera Sokrates personlighet. Det är dennes makt över orden han särskild framhåller. Marsyas var en underbar flöjtblåsare, men han förmådde tjusa människorna endast med tillhjälp av instrument. Sokrates behöver varken pipa eller flöjt för att fascinera sina åhörare. Andra talare blir snart långtråkiga, man börjar gäspa när man lyssnat till dem en stund. ”Men när vi hör dig tala eller hör dina ord återgivna, det må vara av en aldrig så slät talare, så blir vi häpna och gripna allesammans. --- när jag lyssnar till honom, slår hjärtat på mig värre än på någon som är gripen av korybantisk yra, och tårarna strömmar nedför mina kinder vid hans ord. --- När jag hört Perikles och andra goda talare, har jag nog tyckt, att de talat väl, men något sådant som detta har jag aldrig erfarit, och aldrig annars har min själ varit i uppror eller varit förargat i känsla av att vara ofri; men denne Marsyas har mångfaldiga gånger gjort mig sinnad så att jag tyckte, att på det sättet kunde jag ej längre uthärda att leva.” Detta torde vara det mest lysande och övertygande personliga vittnesbörd som existerar om det intryck den talande Sokrates gjorde på sina samtida.

Nu är det ju också mycket betecknande att Sokrates inte efterlämnat en enda skriven rad. Andra har nedskrivit vad han yttrat eller vad de tror sig minnas eller ha hört att han yttrat. Sokrates odödlighet är resultatet av hans talade ord – och hans handlingar. Men hos honom är detta en och samma sak.

Nästan allt som Sokrates yttrat har haft Atens Agora som scen. Det var här, på ”Torget”, han tillbragde så gott som varje dag av sitt liv. Hit kom han om morgonen och man kan tänka sig att han var ungefär den siste som lämnade platsen. Som ingen annan grek var Sokrates beroende av publik – rättare: av att helt enkelt ha människor omkring sig. Han trivdes som bekand inte hemma, men det var nog inte bara den antagligen i viss mån orättvist karikerade Xantippas fel. Grekerna har aldrig varit några ”hemmänniskor”, hurdan lynne deras hustrur än hade. Agora var deras gemensamma vardagsrum. De är det än i dag, fast nu heter det inte Agora utan Syntagma. Om Sokrates hade varit en samtida till oss, så skulle vi bergsäkert ha möt honom på Författningstorget, flanerade mellan kaféborden. Sokrates var den permanente flanören. Han gjorde flanerandet till en skönkonst. Med sin blotta närvaro förvandlade han Agora till en filosofisk akademi.

Det finns två ställen på det antika Agora som man, i det ena fallet säkert, i det andra fallet kanske eller rent av troligen, kan binda vi Sokrates namn. Det ena stället, det säkra, är Zeusstoan i nordvästra hörnet. Pelarhallen byggdes ungefär samtidigt med att Sokrates föddes och utgjorde atenarnas synliga tack till Zeus för att denne räddat dem undan persernas dödliga hot. Där fanns det alltid gott om folk som antingen bara flanerade eller också handlade i de butiker stoan rymde. Vi vet att Sokrates gärna styrde sina steg dit. Vi kan föreställa oss honom promenera omkring med sina vänner, ivrigt diskuterande höga och doktorala ting, i den angenäma skugga stoan skänkte. Men Sokrates dök upp än här än där på Agora. Han hade sina favoritplatser, men han etablerade sig inte för gott på något ställe, såsom Zenon gjorde. Denne hade bara en adress: Stoa Poikile, ”Den brokiga pelarhallen”, så benämnd efter de berömda målningar med vilka Polygnotos och andra ryktbara konstnärer smyckat dess väggar. Långt före Zenon hade filosofer funnit Stoa Poikile vara en trivsam plats. Zenon gjorde byggnaden till filosofstoan par préférence, till den grad att den gett namn åt en hel filosofskola: den stoiska.

Det andra stället, det inte bevisade men alls inte osannolika, har identifierats av de amerikanska arkeologer som grävt ut Agora. Historien om det fyndet är mycket charmfull. I sydvästra hörnet av atenarnas Stortorg blottade amerikanernas spadar en till det yttre skäligen oansenlig sten som emellertid trots sin anspråkslöshet och trots sitt medfarna skick varit av stor betydelse, när det gällt att hitta rätt bland ruinerna och namnge resterna av de antika byggnaderna. Stenen är en s.k. horos, och dess uppgift var att markera gränsen för Agora. Man vet alldeles säkert, för horos var en inskrift som lyder: ”Jag är Agoras gränssten.” Bakom denna gränssten har amerikanerna vidare grävt fram ett litet huskomplex, och i ett av de två rummen, som helt saknar monumentalitet, hittade man dels en hel mängd nubb eller spikar av det slag skomakare brukar, dels ett antal små ringar av ben som man antar ha använts för att trö sandalsnören igenom. Slutsats: rummet bör ha varit en skomakarverkstad. Men vad har det med Sokrates att göra? På den fråga ger Diogenes Laertios svar. Denne Diogenes var en grekisk filosof och författare som skrivit ett stort arbete ”Om berömda mäns liv, läror och satser”, och i andra boken av detta för vår kunskap om de grekiska filosoferna värdefulla verk berättar han om Sokrates. Diogenes förtäljer där bland annat, att Sokrates ofta och gärna hade en pratstund med sin vän skomakaren Simon som bodde just i ena hörnet av Agora. För att riktigt råga vår glada förväntans mått har de flitiga amerikanerna strax intill skomakarverkstaden grävt fram en svartpolerad bägare eller skål, och i den finns ägarens namn inristad. Ägaren hette Simon. Här kan vi alltså, utan att göra oss skyldiga till några alltför djärva konstruktioner, föreställa oss den evige flanören Sokrates slinka in hos vännen Simon, tömma en bägare och utbyta djupsinniga tankar med denne. Skomakare har i alla tider varit kända för att intressera sig för filosofi. Det var den på filosofiska diskussioner alltid beredde Simon som Sokrates gick alltid barfota, till och med mitt i vintern, uppger Platon. Simons lilla verkstad är ett ovanligt förtjusande ställe att idka platskult på. Den äger hela intimiteten i en mångårig vänskap.

Var i Aten Sokrates bodde, vet vi inte. Det är också alldeles likgiltigt. Agora var hans verkliga hem. Vi har nu över huvud svårt för att göra oss en exakt föreställning om den centrala, den fullständigt dominerande roll agora spelade i hellenernas liv, inte bara i Aten utan i varje grekisk stad. Ordböckerna översätter agora med ”torg”, men det är skäl i att sätta det svenska ordet inom anföringstecken, ty ”torgets” uppgift i våra stadssamhällen är en helt annan än agoras i grekernas. Ännu för en generation edan gick vi på ”torget” för att ”handla”. Idag är våra ”torg” parkeringsplatser. Den grekiska beteckningen för ”torg” kommer av verbet ageirein, och dettas innebörd är att folk kommer samman. ”Folksamlingsplats” alltså – men inte heller det är bra, ty det har en officiell klang och kommer oss att tänka om politik och statsförvaltning. Sådana ting hade också sitt hemvist på Agora men täcker bara en del av det grekiska ordets faktiska innehåll. Låt oss helt enkel säga, att Agora var atenarnas självklara möteplats, deras flanörtorg, deras ”ströget”, deras gemensamma vardagsrum. Ingeting kan man vara mera betecknande för Agoras roll som hjärtpunkt i Atens och över huvud den antika stadens liv än att det därav härledda ordet agorazein kom att betyda ”förmiddag” - sålunda de timmar, när Agora är en surrande bikupa, eftersom ”hela stan” har stämt möte där. Alla visste att alla kunde träffas i Agoras pelarhallar, på flanörstråken mellan dess tempel och monument eller i de små bodar, där skomakare och barberare, grönsakshandlare och kopparslagare utövade sin verksamhet. Även utlänningarna visste precis, var de skulle söka invånarna i en grekisk stad. Det berättas sålunda en betecknade historia om en viss Demokedes från Kroton som blev Dareios livmedikus men inte trivdes i Susa utan flydde. Perserna sökte honom överallt, ”till världens ände”. Till slut kom någon att tänka på att man borde leta efter honom på hans hemstads Agora – och där fanns han mycket riktigt.

Drivna av en sällskapssjuka, vars intensitet vi knappast kan fatta, utvecklade sig atenarna, utvecklade sig grekerna till de passionerade agoramänniskor de sedan fortsatt att vara intill våra dagar. Men till mänsklig samvaro, framför allt i de fria, otvunga former de grekiska agoramänniskor utbildade, hörde ordet, talet, konversationen, den spontana, snabbt uppflammande och ogärna slocknande diskussionen om allt mellan himmel och jord men i synnerhet om politik och, från Periklestiden och framåt, filosofi. Redan då hade barberarna rykte om sig att vara pratsamma människor, men därvidlagvar de bara fullgoda representanter för sin talföra stam. Att slippa prata var en nåd att bedja gudarna om. Det berättas om kung Herodes Archelaos av Judeen att hans barberare frågade honom: ”Hur vill du bli rakad, o konung?” Bistert svarade den kungliga kunden: ” Under tystnad!” Anekdoten kunde lika väll ha stammat från Agora i Aten. Det har påpekats, att själva samhällssystemet i det antika Grekland stimulerade människorna till att tala. Folkförsamling och råd och domstolar och alla andra slags beslutande politiska myndigheter och förvaltningsorgan räknade medlemmar i hundratal för att inte säga tusental. Överallt i dessa samhällsorgan talades det, diskuterades det, pratades det. Det snattrades och tjattrades från bittida till sent i den grekiska staden. Och ingenstans med sådan lidelse, med sådan outröttlighet som på Agora. Att bo vid Agora bör ha varit lika påfrestande för öronhinnorna som att i våra dagars Aten ha ett kafé med konstant påsläppt radiohögtalare som närmsta granne.

På detta aldrig tysta Agora kände Sokrates sig hemma, den debattgladaste bland greker. Vi kan se honom i vimlet, flanerande med karakteristisk gång och i hela stan välbekanta gester. Han var vad vi hemma i Småland kallar ”egen”. Han var det största och mest kända bland de säkerligen många original som hör till på Agora. Han blev som bekant komediförfattarnas driftkucku. Aristofanes drev gäck honom i ”Molnen” - en av de viktigaste källorna för vår kunskap om Sokrates, sådan han tedde sig i det samtida atenska folkets ögon. Han vaggade fram likt en simfågel, han hade för vana att rulla med ögonen – förvisso en tacksam modell att parodiera för en intelligent komediförfattare och för en talangfull skådespelare. Även Platon och Xenofon har fäst sig vid egenheterna i Sokrates utseende: trubbnäsan, de utstående ögonen, Alkibiades hänsynslösa porträtt, tecknat i modellens närvaro, skärper som vi sett de frånstötande dragen intill gränsen för det groteska: Sokrates en silén, en Marsyas, ett monster.

Me denna fula lilla gubbe, som folk skrattade på ryggen åt där han vaggade fram över Agora, bytte skepnad så snart han började tala. Med ordens magi trollband han sina åhörare. Ingen som kom i beröring med honom förmådde undandra sig hans inflytande, den ständigt alerta andliga kraft som utsrömmade från honom, den moraliska stimulans som hade sin källa i hans eget liv. Det var just den fina människan Sokrates som vännerna mindes. Inte alla, allra minst Kriton, förmådde följa honom i hans tankars flykt. Men att han var ”den bäste, vissade och rättrådigaste av alla människor vi känd”, det vittnar Faidon om, när han för Ekekrates avslutar sin berättelse om Sokrates sista stunder.

.