mera om Seferis

Nobelpristagare (gre)

Στον παραπάνω σύνδεσμο, διαβάστε: Την ομιλία του Σεφέρη κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ και για τη συνάντηση του Σεφέρη με τον Ingvar Bergman

 

SeferisΟ Γιώργος Σεφέρης με τον Sture Linnér κατά την επίσκεψη του Σεφέρη στη Στοκχόλμη για την παραλαβή του βραβείου Νομπέλ το 1963.

Giorgos Seferis under sin vistelse i Stockholm som Nobelpristagare i litteratur, 1963 (bredvid honom sitter Sture Linnér.

 

  • Sture Linnér για το Σεφέρη
  • Sture Linnér om Seferis

Ο Sture Linnér για το Σεφέρη

Ο ποιητής της πέτρας

Το 1961 συνέβη κάτι αξιοπρόσεκτο στην Ελλάδα: περίπου είκοσι από τις πιο μεγάλες προσωπικότητες των γραμμάτων της χώρας εξέδωσαν ένα επετειακό λογοτεχνικό τόμο 500 μεγάλων σελίδων για να τιμήσουν – ποιον; τι; Ναι, τη μνήμη των τριάντα χρόνων από τη δημοσίευση μιας μικρής 42-σέλιδης ποιητικής συλλογής του Γιώργου Σεφέρη. Λεγόταν Στροφή και πολύ ορθά είχε θεωρηθεί από την αρχή σαν κάτι νέο και αποφασιστικής σημασίας στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

Με τις μετέπειτα ποιητικές συλλογές του, o Σεφέρης καθιερώθηκε στο ελληνικό λογοτεχνικό στερέωμα, αλλά όχι μόνο αυτό: ακόμα και οι πολύ απαιτητικοί Άγγλοι και Γάλλοι, όπως επίσης, τελευταία και οι Γερμανοί κριτικοί τον βλέπουν σήμερα (1962) σαν ένα από τους μεγαλύτερους σύγχρονους ποιητές. Στα σουηδικά, έχουν μεταφραστεί μερικά ποιήματά του από τον Hjalmar Gullberg – εδώ, πραγματικά μπορεί κανείς να μιλήσει για ταύτιση με την πραγματική έννοια της λέξης: ταύτιση μεταξύ δύο ιδιοφυών.

Το πιο αποκαλυπτικό, ίσως, από τα ποιήματα του Σεφέρη είναι “Ο βασιλιάς της Ασίνης”. Είναι εμπνευσμένο από μια και μοναδική λέξη της Ιλιάδας - “ριγμένη εδώ σαν την εντάφια προσωπίδα” λέει ο ποιητής - μια λέξη που ταυτίζει τον βασιλιά της Ασίνης με έναν από τους ήρωες του τρωικού πολέμου. Το κάστρο του ήταν χτισμένο πάνω σ’ ένα βράχο κοντά στο Ναύπλιο. Στις ανασκαφές που έγιναν με την επίβλεψη του αρχαιολόγου Axel W. Persson από την Ουψάλα ανακαλύφτηκε ανάμεσα στ’ άλλα κι ένα μικρό πήλινο αγαλματίδιο, στο οποίο δόθηκε το όνομα Ο λόρδος της Ασίνης. Ο Axel Persson το έδειξε μια μέρα στο φίλο του το Σεφέρη και τον προσκάλεσε να επισκεφτεί το φρούριο. Καθώς ο ποιητής περιφέρεται πάνω στο βράχο, η ξεχασμένη λέξη του Ομήρου και τα αρχαιολογικά ευρήματα γίνονται σύμβολα για ένα χαμένο κόσμο. Πίσω από τα σύμβολα υπάρχει μόνο η ελλειπτική εικόνα του παρελθόντος, η κενότητα από κάθε εμπειρία που τώρα έχει γίνει μόνο μια μνήμη, η κενότητα στην αίσθηση που ο χρόνος απολιθώνει μέσα στον ίδιο τον ποιητή:

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι αναρωτιέται

υπάρχουν άραγε

ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες

υπάρχουν άραγε

εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς

υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής

εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας

αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του πελάγου

ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος

η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής

εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας

σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας

ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στο βούρκο

εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.

Ο ποιητής ένα κενό.

Το ποίημα αυτό υποδηλώνει το τρόπο του Σεφέρη να εκφράζει την ποιητική του ψυχή μέσα από το χειροπιαστό και μυθικό παρελθόν του ελληνικού τοπίου:

Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα

με σπασμένη φτερούγα

σκήνωμα ζωής,

κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει

με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού

κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο

κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει ο χείμαρρος του ήλιου

με τα αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.

Η βαθιά σύνδεση με τον Όμηρο είναι φανερή. Μια φορά ρώτησα το Σεφέρη ποιος από τους αρχαίους συγγραφείς είναι ο πιο σημαντικός γι' αυτόν. Απάντησε ότι ήταν ο Αισχύλος και μου διηγήθηκε πως όταν διέφυγε από τους κατακτητές το 1941, το μοναδικό βιβλίο από τους κλασικούς συγγραφείς που πήρε μαζί στο δισάκι του ήταν μια έκδοση του Αισχύλου. Εγώ απόρησα: “ Κι ο Όμηρος;” Τα μάτια του έλαμψαν στο μεγάλο βαρύ πρόσωπό του: “Ναι, είναι αυτονόητο, αλλά αυτόν δε χρειάζεται να τον διαβάσω περισσότερο, τον έχω μέσα μου”.

Από το ένα στο άλλο ποίημα μπορεί κανείς να διακρίνει μία κεντρική μορφή, η οποία αποτυπώνεται καλύτερα ως θαλασσοπόρος. Το πνεύμα του Οδυσσέα, ο “πατέρας” του ποιητή. Ο θαλασσοπόρος διηγείται για τον ποιητή

το δύσκολο πόνο να νιώθεις τα πανί του καραβιού σου φουσκωμένα από τη θύμηση και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι”, μιλάει για
“την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου καταποντισμένους μέσα στα στοιχεία, σκορπισμένους: έναν-έναν”,
και για το
“πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους, όταν δε φτάνουν πια οι ζωντανοί που σου απομέναν.”
Τα τρία αυτά θέματα από το μύθο του Οδυσσέα βρίσκονται στον κορμό της ποίησης του Σεφέρη και αυτό ερμηνεύεται κατά ένα μέρος από την οδύσσεια της προσωπικής του ζωής.

Γεννημένος το 1900 στη Σμύρνη, μία από τις εφτά πόλεις που λέγεται ότι γεννήθηκε ο Όμηρος, αναγκάστηκε ήδη από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο να καταφύγει στην Αθήνα. Το 1922 διώχτηκαν οι Έλληνες από τις ακτές της μικράς Ασίας, και το σπίτι της οικογένειάς του καταστράφηκε από τη φωτιά που ερήμωσε ολόκληρη τη Σμύρνη. Άστεγος θα παράμενε ακόμα και μέχρι τα 62 του χρόνια, όταν άφησε τη θέση του πρέσβυ στο Λονδίνο για να αναζητήσει το καταφύγιό του στην Αθήνα και να βρει περισσότερο χρόνο για την ποίησή του. Πριν από αυτά και μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, είχε σπουδάσει στο Παρίσι, όπου εμπνεύστηκε από τη διδακτική ποίηση του Valéry για τις διανοητικές δυσκολίες μπροστά στις εκφραστικές ανάγκες της ζωής. Πολύ γρήγορα έκανε άλλη μια ανακάλυψη στο Λονδίνο: Το ποίημα “Μαρίνα” του Eliot. Μαρίνα, ήταν το όνομα της κόρης του Περικλή στον Shakespeare, και τον έφερε πίσω στο Αιγαίο πέλαγο, στα κόκκινα ιστιοφόρα των ασημένιων θαλασσόδρομων. Το 1936, μεταφράζει το δεύτερο ποίημα του Eliot στα ελληνικά και στη συνέχεια επανέρχεται σε αυτόν κάθε φορά με μεταφράσεις και αναλύσεις. Ήδη το 1935, εξέδωσε τη συλλογή Μυθιστόρημα. Περιέχει πολύ Eliot, αλλά κι έναν καθαρό προσωπικό τόνο. Η ιστορία και ο μύθος ζουν στον Σεφέρη, νιώθει βαριά την απαίτηση για πραγμάτωση και συνέχεια. Ο σύγχρονος Έλληνας βρίσκεται εκεί, απογυμνωμένος κληρονόμος.

Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια

και μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ΄ ακουμπήσω,

έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο

έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει.

Με ένα είδους θλίψης, καταπραϋντική αλλά ανήσυχα κραδάζουσα ταπεινότητα, ο ποιητής αγαπά το μάρμαρο αυτό, και αγωνίζεται με αυτές τις πέτρες. Σε στροφές που σε προικισμένες στιγμές μπορεί να φτάσει την μεγαλοσύνη του Αισχύλου, περιγράφει το πώς περιτριγυρίζει στις Μυκήνες και αναζητά “να σηκώσει τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών”, λερωμένα στο αίμα. Αναζητά τον εαυτό του, μακριά από τα ερείπια, μακριά από τα αγάλματα με το “μειδίαμα μιας άγνωστης γαλήνης”, στην “άλλη ζωή”.

Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος αφήνει το Σεφέρη πάλι άστεγο – καταφεύγει στην Αίγυπτο. Στο δρόμο του ζει τον βομβαρδισμό της Κρήτης. Τη μια νύχτα μετά την άλλη κάθεται αναδιπλωμένος στην αμμουδιά και αναζητά παρηγοριά στον Ερωτόκριτο που αναβλύζει από τη μνήμη του. Το ρομαντικό αυτό ηρωικό ποίημα από την Κρήτη του 17ου αιώνα ήταν κατά την τουρκική κατοχή, και πολύ αργότερα, μια πηγή έμπνευσης για τα μεγάλα και τα μικρά ανάμεσα στους Έλληνες. Από την εποχή των παιδικών του χρόνων στη Σμύρνη ήταν καλά εξοικειωμένος με αυτό: είχε ακούσει το υπηρετικό προσωπικό να τραγουδά μεγάλα κομμάτια απ΄ αυτό και τους μικροπωλητές του δρόμου να το προσφέρουν σε ευτελείς λαϊκές εκδόσεις με άκομψη ξυλοχαρακτική. Αντίσταση στη βαρβαρότητα και την ύβρι, ήταν ένα βασικό θέμα στο ποίημα, και εκθείαζε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που αμύνεται στην ξένη καταπίεση. Το ποίημα θα συνέχιζε να ηχεί μέσα του στα χρόνια της μακρόχρονης εξορίας του. Μετά το τέλος του πολέμου το αφιερώνει μία ανάλυση, την καλύτερη απ’ αυτές που έγιναν σε όλες τις γλώσσες. Έτσι βλέπουμε το Σεφέρη προσαρτημένο σε μια άλλη παράδοση από εκείνη της αρχαιότητας, μια παράδοση που τον φέρνει μπροστά μέσω της προσφυγιάς στο χρόνο και το χώρο.

Στην Αλεξάνδρεια, ο Σεφέρης βρίσκεται ταυτόχρονα ξεριζωμένος και στο σπίτι του. Νοσταλγεί τις πέτρες. Αλλά εδώ αισθάνεται όπως και στη μικρασιατική ακτή, σε χιλιάδων χρόνων ελληνικό περιβάλλον. Πίσω από την εμπορική πρόσοψη της Αλεξάνδρειας, βλέπει τη μεγάλη ελληνιστική Αλεξάνδρεια, την πρωτεύουσα των Πτολεμαίων, κέντρο ενός εκπληκτικά πλούσιου και πολυποίκιλου κόσμου που περιλαμβάνει πόλεις όπως η Ιερουσαλήμ, η Αντιόχεια και η Έφεσος, βασίλεια όπως της Συρίας και τη χώρα των Μήδων και την ίδια τη Μακεδονία, το κέντρο της κατακτητικής εκστρατείας.

Ο Καβάφης, ο τελευταίος Αλεξανδρινός, για μεγάλο διάστημα της ζωής του, είχε εμπνευστεί από το αλεξανδρινό περιβάλλον ποιήματα μιας νέας τεχνοτροπίας και περιεκτικότητας που στην νέα Ελλάδα δεν είχαν βιώσει, ύστερα από τον Σολωμό και τον Κάλβο της εποχής του απελευθερωτικού αγώνα. Ο Καβάφης πέθανε το 1933, αλλά ο Σεφέρης φέρει στη συνέχεια τα καλύτερα από τον τρόπο της ματιάς του και τις εμπειρίες της ζωής του, ενώ συγχρόνως τα ενσωματώνει στο δική του εξελικτική πορεία, τα αφομοιώνει σε κάτι αυτόνομο προσωπικό. Το 1946 τον αφιερώνει μια διεξοδική μελέτη και στα Δοκίμια του 1962 συμπεριλαμβάνει μία νέα, διεισδυτική ανάλυση του συγγραφικού του έργου.

Το 1942 ο Σεφέρης κατέφυγε στον Ιερό τόπο. Στο δεύτερο μέρος του λεγόμενου Ημερολόγιο Καταστρώματος περιγράφει τη συνάντησή του με συμπατριώτες της προσφυγιάς:

Ιερουσαλήμ, ακυβέρνητη πολιτεία,

Ιερουσαλήμ, πολιτεία της προσφυγιάς.

Κάποτε βλέπεις το μεσημέρι

στην άσφαλτο του δρόμου να γλιστρά

ένα κοπάδι μαύρα φύλλα σκορπισμένα-

Περνούνε διαβατάρικα πουλιά κάτω απ' τον ήλιο

μα δε σηκώνεις κεφάλι.

Ιερουσαλήμ, ακυβέρνητη πολιτεία!

Όπως ο Οδυσσέας στο ταξίδι του έφτασε στο βασίλειο των νεκρών, έτσι και το alter ego του ποιητή, ο Στρατής Θαλασσινός, στη Νεκρή θάλασσα:

Είμαστε όλοι καθώς η Νεκρή θάλασσα

πολλές οργιές κάτω από την επιφάνεια του Αιγαίου.

Έλα μαζί μου να σου δείξω το τοπίο:

Στη Νεκρή θάλασσα

οχτρούς και φίλους

παιδιά, γυναίκα

και συγγενείς

αεί να τους βρεις.

Είναι στα Γόμορρα

κάτω στον πάτο

πολύ ευτυχείς

που δεν προσμένουν

καμιά γραφή.

“Δεν προσμένουν καμιά γραφή”.

Για πολλά χρόνια ο αγγελιοφόρος επανέρχεται σταθερά στην ποίησή του, έρχεται μόνιμα με ανησυχία και ελπίδα εν όψει ενός μηνύματος. Τώρα, όμως, η καταστροφή ολοκληρώθηκε και συνεπώς η προσμονή πήρε τέλος. Το φθινόπωρο του 1944, ο ποιητής επιστρέφει με ένα συμμαχικό πολεμικό μεταγωγικό καράβι ξανά στην Ελλάδα.

Τέσσερα χρόνια μετά ξαναβρίσκεται στην Μέση Ανατολή σε διπλωματική αποστολή και αργότερα στο Λονδίνο. Η δημιουργία συνεχίζεται ακατάπαυστα. Οι νέες ποιητικές συλλογές είναι μιας αυθεντικότητας διαφορετικής των προηγούμενων. Το 1947 εκδίδει την Κίχλη. Πρόκειται για το όνομα ενός καραβιού που βυθίζεται στα ανοιχτά της αττικής ακτής. Το θέμα, όμως, εξελίσσεται σε ένα πανέμορφο αυτοδιαλογισμό για την ανθρώπινη ζωή και τις συνθήκες της.

Το φως και η σκιά εναλλάσσονται με περιπαιχτική σβελτοσύνη, εικονικά απλές λέξεις παίρνουν νέα περιγράμματα, νέα λάμψη. Οι συλλογισμοί λαμπυρίζουν, θαμποφέγγουν και ξαναλάμπουν, και όλοι μαζί σχηματίζουν μια προέκταση πλεξούδας με προοπτική. Κάτω από την πίεση των γεγονότων στην Κύπρο, ωριμάζει το 1955 ο τρίτος τόμος του Ημερολογίου Καταστρώματος. Περιέχει μερικά από τα πιο εμπνευσμένα ποιήματά του. Το 1962, ο Σεφέρης δημοσίευσε μία συλλογή δοκιμίων, τα οποία έγιναν δεκτά ως τα πιο αξιόλογα που είχαν επιτευχθεί ποτέ στη σύγχρονη Ελλάδα.

Ο χρόνος από τα μέσα της δεκαετίας του τριάντα μέχρι και την αρχή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου αποτέλεσε μία ασυνήθιστη πλούσια περίοδο για την ελληνική λογοτεχνία. Η άνθησή της συνεχίστηκε σε εκπληκτικό βαθμό και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Όταν οι Έλληνες, τελευταίοι ανάμεσα στους λαούς της ευρωπαϊκής ηπείρου, έπρεπε να υψώσουν τα όπλα και να υποστούν τα ταπεινωτικά και καταστροφικά χρόνια της κατοχής, η λογοτεχνική ζωή συνέχισε με φρεσκάδα και δύναμη. Θυμάμαι απ’ αυτόν τον καιρό, πώς καινούρια ποιήματα και πεζογραφικά κομμάτια κυκλοφορούσαν σε χειρόγραφα από χέρι σε χέρι και έδιναν θάρρος και έμπνευση. Όταν ο Παλαμάς πέθανε μια ανοιξιάτικη ημέρα του 1943 μαζεύτηκε όλη η Αθήνα γύρω από τον τάφο του, και τα κατοχικά σώματα που αστραπιαία διατάχτηκαν να επιβάλλουν την τάξη εκεί δεν μπορούσαν να εμποδίσουν το αυθόρμητο ξέσπασμα του πλήθους στο τραγούδι της ελευθερίας. Τότε ζούσε ακόμα ο Σικελιανός που μαζί με το Σεφέρη αποτελούσε σύμβολο ακεραιότητας στο ελληνικό πολιτιστικό τοπίο.

Έτσι ήρθε στο μεταξύ η ειρήνη που για τους Έλληνες κατέληξε σε έναν πολύχρονο εμφύλιο πόλεμο. Στο γενικό διχασμό και τον απογοητευτικό αποπροσανατολισμό, η λογοτεχνική δημιουργία δεν βρήκε ερεθίσματα. Η νέα γενιά αισθανόταν παραμελημένη, προδομένη από τον περιβάλλοντα κόσμο και χωρίς στηρίγματα μέσα στη δική της κοινωνία. Ο Ελύτης εξέδωσε αρκετά έργα κατά τη διάρκεια του πολέμου και της κατοχής αλλά μετά σιώπησε κι επανήλθε δεκατρία χρόνια μετά, το 1958. Κατά τον ίδιο τρόπο παρέλυσαν και άλλοι. Μετά το θάνατο του Σικελιανού το 1951, η φωνή του Σεφέρη ήταν η μοναδική που διαπέρασε την αποθάρρυνση και την απομόνωση.

Τη φωνή αυτή, την άκουσαν όλοι, πολύ περισσότερο οι νέοι. Είχαν κουραστεί με τη ρητορική της αρχαιότητας, η οποία συχνά δεν συνοδεύεται με γνήσια προσωπική συμμετοχή, είχαν κουραστεί με όλες τις πατριωτικές διακηρύξεις τη στιγμή που η χώρα κατέρρεε με τον εμφύλιο πόλεμο. Ήθελαν να βγουν από την απομόνωση του κόσμου που τους κρατούσε σε ένα περιφερειακό διάκενο. Συγχρόνως, δεν εμπιστεύονταν όλους εκείνους που παρά τις φιλελληνικές τους διακηρύξεις στέκονταν παθητικοί, την ώρα που η χώρα συνθλίβονταν από τον πόλεμο και την κατοχή – όταν αυτοί δεν συνεργούσαν πραγματικά στην καταστροφή.

Το μήνυμα του Σεφέρη διαπερνά τα εμπόδια και η φωνή του ακούγεται. Η κληρονομιά από τη αρχαιότητα σε αυτόν είναι κάτι περισσότερο από διακοσμητικό υλικό του λόγου και λόγιες ψευδαισθήσεις. Πρόκειται για κάποιον που και στη σκέψη και στο στιλ αφέθηκε πραγματικά να διαποτιστεί από τους μεγάλους κλασικούς, κι ο οποίος στάθηκε κοντά στη ροή της πηγής της μετέπειτα αιώνιας ελληνικής ποίησης και του ελληνικού πολιτισμού, και ιδιαίτερα μάλιστα του λαϊκού. Επιπλέον, κανένας άλλος δεν ήταν τόσο ευαίσθητος αποδέκτης στην ποίηση των μεγάλων χωρών του πολιτισμού.

Με όλον τον εκλεπτυσμένο πολιτισμό και όλους τους βαθιούς τόνους της, η ποίησή του δεν είναι απόλαυση μόνο για λιγοστούς μυημένους. Κανένας στη χώρα του δεν έχει περιγράψει με τόση ενσυναίσθηση και τρυφερή κατανόηση τον απλό άνθρωπο, ο οποίος κατά ένα μεγάλο μέρος ζει την καθημερινότητα αρκετά χλιαρά, χωρίς απογειώσεις και εντάσεις, του οποίου η συνείδηση για τις ανώτερες αξίες και μεγαλύτερη ευθύνη έχει αφυπνιστεί, αλλά παρόλα αυτά δεν θέλει ή δεν αντέχει κάτι άλλο από το να τρώει το λωτό του και να αφήνει τις δελεαστικές μικροσυνήθειες της καθημερινότητας να συνδέουν νωθρά τη μια μέρα με την άλλη. Σε όλη τη λεπτότητα και το μεγαλείο τους, τα ποιήματα του Σεφέρη είναι προσγειωμένα και θερμά αισθησιακά.

Η εκφραστική του μορφή είναι ελεύθερη από κάθε συμβατικό και απατηλό στολίδι. Κάθε σκέψη αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, κάθε τονισμός είναι γνήσιος. “Έχουμε φορτώσει το τραγούδι μας με τόση μουσική κι όπου να 'ναι βουλιάζει, έχουμε στολίσει την τέχνη μας μέχρι που ο χρυσός κατάπιε το πρόσωπό της” είπε μια φορά. Ο δικός του τόνος είναι καταπραϋντικός αλλά η θάλασσα που σφραγίζει έντονα την ποίησή του τη φέρνει πιο πέρα, να πάλλεται ανάμεσα στις πέτρες και τα βουνά. Στον ποιητικό και τον πεζό λόγο, ο Σεφέρης κράτησε ζωντανό κάτι από το πιο αληθινό και το πιο ωραίο στην υπερχιλιετή ελληνική πολιτιστική παράδοση.

(Το κείμενο αυτό του Sture Linnér συμπεριλαμβάνεται στον τόμο I väntar på barbarerna och andra tolkningar av Kavafis / Hjalmar Gullberg - Sture Linnér. P.A. Norstedt &Söners Förlag: 1965. Μετάφραση από τη Σουηδική στην Ελληνική γλώσσα: Ο.Π.)

Stenarnas diktare

av Store Linnér

År 1961 hände någonting märkligt i Grekland: ett tjugotal av dess ledande litterära personligheter gav då ut en festskrift på inemot 500 stora sidor för att hylla – vem? Vad? Jo minnet av en liten 42-sidig diktsamling, som Giorgos Seferis publicerat trettio år tidigare. Den hette Vändpunkten och uppfattades mycket riktigt redan från början som något nytt och avgörande inom modern grekisk litteratur.

Med senare diktsamlingar har Seferis befäst sin rangställning i Greklands vittra värld, men inte bara det: även mycket kräsna engelska och franska och på sistone också tyska kritiker ser honom idag (1962) en av de största samtida skalderna överhuvud taget. Till svenska har några av han dikter översatts av Hjalmar Gullberg – här kan man verkligen tala om kongenialitet i ordets egentliga bemärkelse: samstämdhet mellan två snillen.

Seferis kanske allra förnämligaste dikt heter ”kungen av Asine”. Inspirationen är en enda ord i Iliaden -”slungat hit som en dödsmask av guld” säger diktaren – ett ord som identifierar kungen av Asine som en av hjältarna i kriget mot Troja. Hans borg låg på en klippa nära Nauplion. Den grävdes på tjugotalet fram av svenska arkeologer under ledning av Axel W. Persson från Uppsala, och man fann då bl a en liten lerstatyett som man döpte till lorden av Asine. Axel Persson visade den en dag för sin vän Seferis och inviterade honom att besöka resterna av citadellet. När skalden strövar omkring på klippan blir det glömda Homerosordet och fornlämningarna symboler för en försvunnen värld. Bakom symbolerna finns endast tomheten i det förflutna, tomheten i all erfarenhet som nu blivit blott ett minne, tomheten i den känsla som tiden förstenat, tomheten inom skalden själv:

Diktaren dröjer vid betraktandet av stenarna och

frågar:

finns det månne kvar

bland dessa förstörda linjer dessa spetsar dessa

upphöjningar dessa urholkningar och dessa

kurvor

finns det månne kvar

här där på sin genomfart regnet och vinden och

förintelsen träffar samman

finns det kvar ett ansiktes rörelse en känslas uttrycksform

från dem som så sällsynt har tunnats ut i två liv

från den som blivit skuggor av en våg och tankar

i havets gränslöshet?

Eller återstår ingenting alls utom bara tyngden

tyngdens nostalgi hos en levande varelse

här där vi befinner oss nu i vår overklighet krökta

som grenarna av vämjeligt vide hopsjunkna i

hopplöshetens fortvaro

medan den gula strömmen långsamt dränker säv

som tyckts upp med slammet,

avbild av en form som förstenats i evig bitterhets

domslut.

Diktaren ett tomrum.

Den dikten antyder Seferis sätt att i det hellenska landskapet, i dess gripbara och sägenartade förgångna finna uttryck för sin sinnesstämning:

fågeln som flög bort föra vintern

med bruten vinge

livets tält,

och den unga kvinnan som gav sig iväg för att leka

med sommarens hundloka

och själen som har pipande trängt ner i underjorden

och landskapet som ett stort platanlöv släpat

bort av solens störtflod

med antikens minnesmärken och vår samtids

plåga.

Den djupa förbundenheten med Homeros är påtaglig. Jag frågade en gång Seferis vilken av de antika författarna som betytt mest för honom. Han svarade Aischylos och berättade hur han vid flykten undan ockupanterna 1941 av klassikerna bara tog med sig en Aischylosutgåva i ränseln. Jag undrade: ”Nå men Homeros då?” Ögonen glimtade till i det stora tunga ansiktet: ”Ja, självfallet, men honom behöver jag inte läsa mer, honom har jag inombords.”

I den ena dikten efter den andra kan man skönja en central figur som best kan tolkas som en sjöfarare, Odysseus ande, poetens ”fader”. Sjöfararen berättar för diktaren om ”den plåga du förnimmer när minnet sväller ditt fartygs segel”, han talar om det bittra i att se dina följeslagare överväldigade, den ene efter den andre, av elementen”, om hur egendomligt ditt mod återvänder när du talar till de döda, när de levande som finns kvar inte längre förslår”. Dessa tre teman från Odysseussagan hör till ledmotiven i Seferis poesi. De får delvis sin förklaring i hans eget livs odyssé.

Född 1900 i Smyrna, en av de sju städer som säger sig ha fött Homeros, måste han redan vid första världskrigets början fly till Athen. 1922 drevs grekerna bort från Mindre Asiens kust, familjehemmet förstördes i den eld som härjade hela Smyrna. Hemlös skulle han förbli ända till dess han vid 62 års ålder lämnade sin post som ambassadör i London för att söka rotfäste i Athen och finna mer tid för sin diktning. Dessförinnan hade han efter första världskriget studerat i Paris, där han fann inspiration i Valérys stora lärodikt om intellektets svårigheter inför livets uttrycksbehov. Tidigt gjorde han i London en annan stor upptäckt: Eliots dikt ”Marina”, det var hos Shakespeare namnet på Perikles dotter, och det leder honom åter till Egeiska havet, till kaikers röda segel mot silvriga vatten vägar. 1936 för han över den och andra av Eliots dikter till grekiska och återkommer sedermera gång på gång till honom, med översättningar och analyser. Redan 1935 gav han ut diktsamlingen Mythistoria. Den har mycket av Eliot men ändå en klar personlig ton. Historien, myten lever hos Seferis, han tyngs av kravet på förverkligande, på fortsättning. Den moderne hellenen står där som utblottad arvtagare.

Jag vaknade med detta marmorhuvud i händerna

som tröttat ut mina armbågar och jag vet inte

var jag ska lägga ner det,

det kom fallande i drömmen medan jag steg ut

ur drömmen:

så förenades vårt liv och det blir mycket svårt att

skilja det isär på nytt.

Med ett slag vemodig, dämpad men orolig bultande resignation älskar skalden denna marmor, kämpar han med dessa stenar. I strofer som i benådade ögonblick kan nå en Aschylos höghet skildrar han hur han vandrar omkring i Mykene och söker ”lyfta Atridernas stenblock och skatter”, sölade i blod. Han söker sig bortom ruinerna, bortom statyerna med deras ”leende i en främmande frid”, till ”det andra livet”.

Det andra världskriget gör Seferis hemlös på nytt – han flyr till Egypten. På vägen upplever han bombanfallen på Kreta. Natt efter natt sitter han hukad på stranden och söker tröst i Erotokritos som väller fram ur hans minne. Denna romantiska hjältedikt från 1600-talets Kreta var under århundradens turkockupation, och långt senare, en inspirationskälla för hög och låg bland grekerna. Sedan sin barndom i Smyrna var han väl förtrogen med den: han hade hört tjänstefolket sjunga långa stycken ur den och sett gatuförsäljarna bjuda ut den, i tarvliga folkupplagor med valhänta träsnitt. Motstånd mot barbari och hybris, det var ett grundtema i dikten, och den prisade den mänskliga värdigheten som värjde sig mot främmande förtryck. Dikten skulle fortsätta att tona inom honom under exilens många år; efter krigets slut ägnar han den en analys, den finaste som gjorts på något språk. Så ser vi Seferis inlemmad också i en annan tradition än den antika, en tradition som bär honom fram genom hemlöshet i tid och rum.

I Alexandria är Seferis samtidigt rotlös och hemma. Han längtar stenarna. Men han känner sig här, som på mindre-asiatiska kusten, i flertusenårig hellensk miljö. Bakom det kommersiella Alexandrias fasad lär han sig se det stora hellenistiska Alexandria, ptolemeernas huvudstad, centrum i en förbryllande rik och mångskiftande värld som innesluter städer som Jerusalem och Antiochia och Efesos, kungadömen som Syrien och medernas land och Makedonien självt, erövringstågens centrum.

Kavafis, den siste alexandrinaren, hade under ett långt liv av den alexandrinska miljön inspirerats till dikter av en ny art och av en halt som man i det nya Grekland inte upplevt sedan Solomos och Kalvos på frihetskrigets dagar. Han dog 1933 men Seferis för vidare mycket av det bästa i hans synsätt och livsupplevelse, samtidigt som han fogar in det i sin egen utvecklingsgång och smälter om det till något självständigt personligt. År 1946 ägnar han honom en utförlig studie och i den essäsamling som kom ut 1962 ingår en ny, genomträngande analys av hans författarskap.

1942 har Seferis sökt sig till det Heliga landet. I andra delen av sin s.k. Loggbok skildrar han mötet med landsmän på flykt:

Jerusalem, du herrelösa stad,

Jerusalem, du stad för flyktingar.

Stundom ser man i middagstimmen

över gatans asfalt svepa

en hop svarta blad skingrade för vinden -

det är flyttfåglarna som drar förbi under solen,

men ingen lyfter sitt huvud

Jerusalem, du herrelösa stad!

Liksom Odysseus på sin irrfärd kom till dödsriket så kom diktarens alter ego, Stratis Sjöfararen, till Döda havet:

Vi är alla såsom Döda havet

många famnar under Egeiska havets yta.

Kom så ska jag visa dig utsikten:

I Döda havet

finns vän och fiende

och hustru kär,

barn, anförvanter,

så sök dem där,

djupt i Gomorra

är deras lycka

och frid att se

ty intet budskap

förbidar de.

” intet budskap förbidar de.” Under många år har budbäraren ständigt kommit igen i hans diktning, ständigt går han i oro och hop inför ett budskap. Men nu är katastrofen fullbordad och därmed väntan slut. Hösten 1944 vänder diktaren ombord på ett allierat trupptransportfartyg åter till Grekland.

Fyra år senare bryter han upp på nytt för diplomatisk tjänstgöring i Mellersta Östern och senare i London. Skapandet fortgår oavbrutet. De nya diktsamlingarna är av en lödighet som inte står de tidigare efter. 1947 ger han ut Trasten. Det ör namnet på ett fartyg, som förliser utanför Attikas kust. Men teman växer ut till en meditation av stor skönhet över människan liv och villkor.

Ljus och skugga skiftar i gäckande snabbhet, skenbart enkla ord får nya konturer, ny glans; tankelinjer skimrar till, glider undan och blänker fram på nytt, sammanflätade med varandra i perspektivisk förlängning. Under trycket av händelserna kring Cypern mognar 1955 den tredje volymen av Loggboken fram; den innehåller några av hans mest inspirerade dikter. År 1962 gav Seferis ut en samling kulturkritiska essäer: de har välkomnats som de förnämligaste som någonsin presterats i det moderna Grekland.

Tiden från trettiotalet mitt till andra världskrigets början var en ovanlig rik period för den grekisk litteraturen. Blomstringen fortsatte i förvånande grad under kriget. Och när grekerna, sist bland folken på den europeiska kontinenten , måste sträcka vapen och tvingades in i ockupationens förödmjukande och förödande år levde det litterära livet vidare med friskhet och kraft. Jag minns från den tiden hur nya dikt- och prosastycken gick i manuskript från hand till hand och gav mod, inspiration. När Palamas dog en vårdag 1943 slöt hela Athen upp kring hans grav, och de ockupationstrupper som i hast kommenderades dit för att upprätthålla disciplinen kunde hindra att man spontant bröt ut i sång till friheten. Då levde ännu Sikelianos och han stod tillsammans med Seferis som symbol för det oförstörbara i det grekiska kulturlandskapet.

Så kom emellertid den fred som för grekerna ledde över i ett flera års inbördeskrig. I den periodens allmänna splittring och besvikna desorientering fann den litterära skapandet ingen stimulans. Den nye generationen kände sig utlämnad, övergiven av omvärlden och saknade fotfäste inom det egna samhället. Elytis gav ut flera verk under kriget och ockupationen men så tystnade han och kom åter först tretton år senare, 1958; på liknade sätt paralyserades också andra. Efter Sikelianos död 1951 var Seferis stämma den enda som trängde igenom missmodet och isoleringen.

Den stämman lyssnade alla till, inte minst de unga. De var trötta på den retorik kring antiken som ofta saknar täckning i ett personligt och äkta engagemang, trötta på de fosterländska deklamationerna i en tid då landet höll på att gå under genom inbördes stridigheter. De ville ut ur den isolering från omvärlden vilken bundit dem i en provinsiell tomgång. Samtidigt misstrodde de dem som efter alla sina filhellenska proklamationer stod passiva när landet slogs sönder av krig och ockupation – då de inte rentav aktivt medverkat till katastrofen.

Men Seferis budskap tränger fram, till hans röst lyssnar man. Arvet från antiken är hos honom något mer än stoff för stilistisk utsmyckning och lärda allusioner. Han är en man som både i tanke och stil verkligen låtit sig genomsyras av de stora klassikerna, och som också står nära källflödet i senare århundradens grekiska dikt och kultur, inte minst den folkliga. Och mer lyhört än han har ingen stämt in sig med de stora kulturländernas poesi.

Med all sin förfinade kultur, med alla sina klangbottnar blir hans dikter dock inte enbart en njutning för ett fåtal invigda. Ingen i hans land har med sådan inlevelse och öm förståelse skildrat den vanliga människan som i stort sett ganska förnöjd lever sitt alldagliga liv, utan lyftning och ganska förnöjd lever sitt alldagliga liv, utan lyftning och kraftanspänning, eller som vaknat till insikt om högre värden och större ansvar men ändå inte vill eller orkar annat än att äta sin lotus och låta vardagslivets förföriska banalitet slappt foga den ena dagen till den andra. I all sin subtilitet, i all sin tidlösa upphöjdhet är Seferis dikter jordnära, och varmt sensuella.

Hans uttrycksform är fri från all konventionell och förljugen grannlåt. Varje tanke har täckning, varje tonfall är äkta. ”Vi har lastat vår sång med så mycken musik att den småningom sjunker, vi har smyckat vår konst tills guldet ätit upp dess ansikte”, säger han en gång. Hans egen ton är dämpad, men det hav som starkt präglar hans diktning för den vidare, den vibrerar bland stenarna och bergen. I dikt och prosa har Seferis hållit levande något av det sannaste och skönaste i en flertusenårig hellensk kulturtradition.

(I väntar på barbarerna och andra tolkningar av Kavafis / Hjalmar Gullberg - Sture Linnér. P.A. Norstedt &Söners Förlag: 1965)

 

.