Tips...tips...tips...

Följande reseskildringar är både på grekiska och på svenska:

Agne Hamrin om Sparta

Björnstahl om Meteora

 

  • Hans Christian Andersen (1862): Συνθήκη φιλίας
  • Michael Olofsom Eneman: Χίος
  • Σκανδιναβοί στο Βυζάντιο

Ο Δανός συγγραφέας Hans Christian Andersen έγινε διάσημος ως συγγραφέας παραμυθιών. Εκτός τα παραμύθια ασχολήθηκε και με άλλα είδη λόγου, όπως ποίηματα, θεατρικά έργα, μυθιστορήματα και οδοιπορικά. Το σπουδαιότερο οδοιπορικό είναι το “Παζάρι ενός ποιητή”. Ένα μέρος του έργου αυτού αναφέρεται στο ταξίδι που ο Antersen πραγματοποίησε στην Ελλάδα το 1841. Το κεφάλαιο αυτό μεταφράστηκε από τον Allan Lund στα ελληνικά και δημοσιεύτηκε με τον τιτλο “Οδοιπορικό στην Ελλάδα” (εκδ. Εστία). Στο διήγημα που ακολουθεί ο Andersen περιγράφει το ελληνικό έθιμο της αδερφοποίησης και συμπεριλήφθηκε αργότερα στον κύκλο των παραμυθιών του (1862).

Συνθήκη φιλίας

Όταν δύο άνδρες αγαπούν πραγματικά ο ένας τον άλλον, αδερφοποιούνται. Διαλέγουν μια αγνή παρθένα και μαζί της πηγαίνουν στην εκκλησιά. Εκείνη στέκεται κοντά στην Αγία τράπεζα και τυλίγει και τους δυο άνδρες με μια σάρπα. Κι αυτοί ορκίζονται αιώνια πίστη μέχρι το θάνατο. Έπειτα τους ευλογεί ο παπάς. Στη δυστυχία βοηθάει ο ένας τον άλλον, θυσιάζονται ο ένας για τον άλλον, πεθαίνει ο ένας στη θέση του άλλου. Το είδα κοντά στη Σμύρνη” (Andersen, 1841) .

Πολλά μερόνυχτα απομείναμε μόνοι στο καλύβι μας, ώσπου να’ρθει ο πατέρας. Περίμενα να μου φέρει κοχύλια απ’ τον κόλπο του Λέπαντου ή ίσως ακόμα ένα μαχαίρι κοφτερό, γυαλιστερό. Μα τούτη τη φορά μας έφερε ένα παιδί. Ένα τόσο δα γυμνό κοριτσάκι, που το’κρυβε κάτω απ’ την προβιά του τυλιγμένο σ’ ένα δέμα. Όταν λύσανε το δέμα κι η μητέρα μου κράτησε το κοριτσάκι πάνω της, αυτό δεν είχε άλλο από τρία ασημένια νομίσματα δεμένα στα μαύρα της μαλλιά. Ο πατέρας διηγήθηκε για τους Τούρκους που σκότωσαν τους γονείς του παιδιού΄ μας διηγήθηκε τόσα πράγματα, που τα έβλεπα όλη τη νύχτα στα όνειρά μου. Ο πατέρας μου ήταν πληγωμένος κι η μητέρα έδεσε το χέρι του. Η πληγή ήταν βαθιά. Η χοντρή προβιά ήταν κοκαλωμένη απ’ το αίμα. Το κοριτσάκι θα ήταν η αδερφή μου. Ήταν τόσο όμορφο, τόσο πεντακάθαρο. Ούτε τα μάτια της μητέρας μου δεν ήταν πιο γλυκά απ’ τα δικά της. Η Αναστασία, έτσι τη λέγανε, θα ήταν η αδερφή μου, γιατί ο πατέρας της ήταν “δεμένος” με το δικό μου, δεμένος σύμφωνα μ’ ένα παλιό έθιμο, που το κρατούμε ως τα σήμερα. Στα νιάτα τους αδερφοποιήθηκαν και διάλεξαν την πιό όμορφη κι αγνότερη κοπέλα ολόκληρης της περιοχής να τους ενώσει με την αδερφοσύνη. Πολλές φορές ξανάκουσα για αυτή την όμορφη, παράξενη συνήθεια.

Τώρα η μικρή έγινε η αδερφή μου. Καθόταν στα γόνατά μου, της έφερνα λουλούδια και φτερά απ’ τα άγρια πουλιά. Μαζί πίναμε απ’ τα νερά του Παρνασσού, κοιμόμασταν δίπλα δίπλα κάτω απ’ τη στέγη του καλυβιού, ενώ η μητέρα πολλούς χειμώνες ακόμα τραγουδούσε για τα πράσινα, τα κόκκινα και τα αχνά γαλάζια δάκρυα. Μα ακόμα δεν ήξερα πως οι χιλιάδες λύπες που καθρέφτιζαν τα δάκρυα αυτά ήταν του ίδιου του λαού μας.

Μια μέρα ήρθαν τρεις Φράγκοι αλλιώτικα ντυμένοι, με κρεβάτια και τέντες στα άλογά τους. Πάνω από είκοσι αρματωμένοι Τούρκοι τους συνόδευαν, γιατί ήταν φίλοι του Πασά κι είχανε ένα γράμμα μαζί τους. Ήρθαν μόνο και μόνο να δουν τα βουνά μας, να ανεβούν στον Παρνασσό με τα χιόνια και τα σύννεφά του και να δουν τα παράξενα, μαύρα, απόκρημνα βράχια γύρω από το καλύβι μας. Δεν τους χωρούσε το καλύβι μας, ούτε άντεχαν τον καπνό που έφευγε απ’ τη χαμηλή πόρτα. Κι έστησαν τις σκηνές τους στο λίγο χώρο κοντά στο καλύβι μας΄ έψηναν αρνιά και πουλιά κι έχυναν γλυκά, δυνατά κρασιά. Οι Τούρκοι όμως δεν τόλμησαν να πιούν. Όταν έφυγαν, τους ακολούθησα αρκετή ώρα στο δρόμο κι η μικρή μου αδερφή, η Αναστασία, κρεμόταν σε μια προβιά στη ράχη μου. Ένας απ’ τους Φράγκους μ’ έστησε κοντά σ’ ένα βράχο και με ζωγράφισε. Έτσι καθώς στεκόμασταν εκεί, μοιάζαμε μ’ ένα μόνο πλάσμα. Ποτέ δεν το σκέφτηκα, μα η Αναστασία κι εγώ ήμασταν σαν ένας άνθρωπος ή καθισμένη στα γόνατά μου ή κρεμασμένη στη ράχη μου. Ως και στα όνειρά μου ήμασταν πάντα μαζί ().

Ο Αφθονίδης (ένα αγόρι που γνώρισε τυχαία σε μια γιορτή του Πάσχα) ήξερε να κυβερνά τη βάρκα κι εγώ καθόμουν μέσα με τη μικρή μου Αναστασία. Προχωρούσαμε στη θάλασσα σαν ένα σύννεφο στον αέρα. Όταν χαμήλωνε ο ήλιος, τα βουνά γίνονταν μαβιά, η μια σειρά πάνω στην άλλη΄ κι εκεί μακριά ήταν ο Παρνασσός, χιονόσκεπος, με τις βουνοκορφές του να γυαλίζουν σα φλογισμένο σίδερο στο βραδινό ήλιο. Το φως αυτό φαινόταν σα να έβγαινε από μέσα του, γιατί έλαμπε ώρα ακόμη πολλή στο γαλάζιο λαμπερό αέρα ώρα πολλή μετά το ηλιόγερμα. Τ’ άσπρα θαλασσινά πουλιά χτυπούσαν τα φτερά τους στη ράχη της θάλασσας. Παντού όμως βασίλευε τόση σιωπή, όση και στους Δελφούς ανάμεσα στους μαύρους βράχους.

Ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα στη βάρκα, η Αναστασία ακουμπούσε στο στήθος μου και τ’ αστέρια πάνω μας γυάλιζαν ακόμα πιο δυνατά απ’ τα καντήλια της εκκλησιάς μας¨ τα ίδια αστέρια, στην ίδια θέση εκεί ψηλά, όπως τότε που καθόμουν στους Δελφούς μπροστά στο καλύβι μας. Στο τέλος νόμιζα πως ήμουν κιόλας εκεί. Τότε ταράχτηκε η θάλασσα κι η βάρκα κουνήθηκε δυνατά. Έβγαλα μια φωνή.

Η Αναστασία είχε πέσει στη θάλασσα, μα ο Αφθανίδης, γρήγορος όσο κι εγώ, την τράβηξε σε λίγο και την απόθεσε κοντά μου. Της βγάλαμε τα ρούχα, τα στύψαμε και της τα φορέσαμε πάλι. Το ίδιο έκανε κι ο Αφθονίδης με τα ρούχα του και μείναμε κει έξω. Ώσπου να στεγνώσουμε. Και κανένας δεν ήξερε πόσο φοβηθήκαμε για τη ζωή της αδερφής μου, για το ψυχοπαίδι μας, που στη ζωή του τώρα είχε μια θέση κι ο Αφθανίδης (…). Στο παλιό μας σπίτι, η Αναστασία κι οι μικρές χελώνες ήταν η αγαπημένη μου συντροφιά. Μια μέρα μας επισκέφτηκε ο καλός μας Αφθανίδης. Λαχτάρησε τόσο να μας ξαναδεί, έλεγε, κι έμεινε δυο ολόκληρες μέρες μαζί μας. Ξαναγύρισε μετά ένα μήνα και μας είπε πως θα πήγαινε σε ένα μεγάλο πλοίο στην Πάτρα και την Κέρκυρα. Αισθανόταν την ανάγκη να μας αποχαιρετήσει πριν φύγει κι έφερε ένα μεγάλο ψάρι στη μητέρα μου. Ήξερε να διηγείται τόσο πολλά πράγματα, όχι μόνο για τους ψαράδες κει κάτω στον κόλπο του Λέπαντου, μα και για βασιλιάδες κι ήρωες, που άλλοτε βασίλεψαν στην Ελλάδα. Έχω δει τριανταφυλιές να βγάζουν μπουμπούκια και σε λίγες μέρες να γίνονται ανθοί ολόκληροι. Πριν να το καταλάβω είχαν κιόλα γίνει μεγάλοι, ρόδινοι κι ωραίοι ανθοί. Έτσι και με την Αναστασία. Ήταν ένα όμορφο, ώριμο πια κορίτσι κι εγώ ένα δυνατό παλικάρι. Τα τομάρια στο κρεβάτι της μητέρας και της Αναστασίας τα είχα γδάρει ο ίδιος απ’ τους λύκους που είχε χτυπήσει το τουφέκι μου. Πόσα χρόνια πέρασαν! Μια βραδιά ήρθε ο Αφθανίδης, λυγερός σαν κυπαρίσσι, δυνατός κι ηλιοκαμένος. Μας φίλησε όλους κι είχε να διηγηθεί τόσα πολλά για τη μεγάλη θάλασσα, για τα φρούρια της Μάλτας και για τα παράξενα μνήματα της Αιγύπτου. Όσα έλεγε ήταν τόσο παράδοξα, σαν τα συναξάρια των παπάδων. Τον κοίταζα με τόσο θαυμασμό! -Πόσα πράματα ξέρεις και διηγείσαι τόσο όμορφα! του είπα. -Εσύ όμως κάποτε είπες κάτι ακόμα πιο ωραίο, είπε. Μου διηγήθηκες κάτι που ποτέ δεν έφυγε απ’ το μυαλό μου, το παλιό έθιμο της αδερφοσύνης¨ ένα έθιμο που ποθώ αλήθεια να το ζήσω κι εγώ. Ας πάμε κι εμείς, αδερφέ μου, σαν τον πατέρα σου και τον πατέρα της Αναστασίας στην εκκλησία. Η πιο όμορφη, αγνότερη κοπέλα είναι η Αναστασία, η αδερφή μας. Αυτή θα μας κάνει σταυραδέρφια. Κανένας λαός δεν έχει ωραιότερο απ’ το ελληνικό αυτό έθιμο! Η Αναστασία ρόδισε σαν φρέσκο τραντάφυλλο κι η μητέρα μου φίλησε τον Αφθανίδη. Μια ώρα μακριά απ’ το καλύβι μας, εκεί που τα βουνά έχουν λίγο χώμα καρπερό και τα δέντρα ρίχνουν τη σκιά τους, βρίσκεται ένα ξωκλήσι. Φορούσα τα καλά μου: τις πλούσιες δίπλες της άσπρης φουστανέλας, το κόκκινο σφιχτοτεντωμένο γιλέκο και το φέσι με την ασημένια φούντα, μαχαίρια και πιστόλια. Ο Αφθανίδης φορούσε τη γαλάζια φορεσιά του, όπως φορούν όλοι οι Έλληνες ναύτες. Μια ασημένια πλάκα με τη Θεοτόκο κρεμόταν στο στήθος του. Το ζωνάρι του ήταν τόσο ακριβό, που μόνο οι πλούσιοι κύριοι μπορούσαν να το φορέσουν. Ήταν εύκολο να καταλάβει όλος ο κόσμος πως πηγαίναμε σε γιορτή. Μπήκαμε μέσα στη μικρή, ερημική εκκλησιά. Ο βραδινός ήλιος έλαμπε μέσ’ απ’ την πόρτα στο αναμμένο καντήλι και στις πολύχρωμες εικόνες με το χρυσό βάθος. Γονατίσαμε στο σκαλοπάτι της Αγίας Τράπεζας κι η Αναστασία στάθηκε μπροστά μας. Ένα μακρύ άσπρο ρούχο ακουμπούσε ελαφρά, απαλά πάνω στο κορμί της. Τον άσπρο λαιμό και το στήθος της τα σκέπαζαν πολλά αλυσωτά νομίσματα, καινούρια και παλιά, που σχημάτιζαν ένα ολόκληρο φαρδύ γιορντάνι. Τα μαύρα της μαλλιά, δεμένα σε μια μόνο μπούκλα πάνω από το κεφάλι της, τα κρατούσε ένα μικρό σκουφί από ασημένια και χρυσά νομίσματα, που βρέθηκαν σε αρχαίους ναούς. Ωραιότερο στολίδι δεν είχε καμιά Ελληνίδα κοπέλα. Στο πρόσωπό της έλαμπαν τα μάτια της΄ήταν σαν δυο αστέρια. Προσευχηθήκαμε κι οι τρεις. Κι ύστερα αυτή μας ρώτησε: -Θέλετε να μείνετε φίλοι σ’ ολόκληρη τη ζωή, ακόμα και στο θάνατο; Απαντήσαμε πως ναι. -Θα θυμάται ο καθένας σας πως, ό,τι κι αν γίνει, ο αδερφός του είναι ένα κομμάτι απ’ αυτόν τον ίδιο; Θα μοιραστείτε τα μυστικά και την τύχη σας; Μπορείτε να θυσιαστείτε, να υπομείνετε σα να’ταν για την ίδια την ψυχή σας; Κι επαναλάβαμε το “ναι”. Κι έβαλε κείνη το’να μας χέρι μες στο άλλο, μας φίλησε στο μέτωπο και πάλι προσευχηθήκαμε σιωπηλά. Τότε βγήκε ο παπάς απ’ την πόρτα της Αγίας Τράπεζας, ευλόγησε και τους τρεις μας και μια ψαλμωδία από άλλους ιερωμένους ακούστηκε πίσω απ’ το τέμπλο. Είχαμε ορκιστεί αιώνια φιλία. Όταν σηκωθήκαμε, είδα τη μητέρα, που στεκόταν διπλα στην πόρτα, να κλαίει βαθιά με την καρδιά της. Τι χαρά που γέμισε τότε το μικρό μας καλύβι και τις πηγές των Δελφών! Το βράδυ πριν φύγει ο Αφθονίδης, καθόμασταν κι οι δυο σκεφτικοί στην πλαγιά του βουνού, ενώ το χέρι του ήταν περασμένο στη μέση μου. Λέγαμε για το κατάντημα της Ελλάδας και για τους άνδρες που μπορούσες να τους έχεις εμπιστοσύνη. Ξέραμε πια τόσο καθαρά ο ένας τις σκέψεις του άλλου! Τότε άρπαξα το χέρι του. -Πρέπει να μάθεις ακόμα ένα πράγμα. Ένα πράγμα που μέχρι τώρα μόνο ο θεός κι εγώ το ξέρουμε. Όλη η ψυχή μου είναι γεμάτη απ’ αγάπη. Μια αγάπη δυνατότερη απ’ της μάνας μου κι απ’ τη δική σου… -Ποιον αγαπάς; με ρώτησε ο Αφθανίδης κι άναψε η όψη κι ο λαιμός του. -Αγαπώ την Αναστασία είπα, και το χέρι του τρεμόπαιξε μες στο δικό μου. Έσκυψα τον φίλησα στο μέτωπο και ψιθύρισα: -Δεν της το είπα όμως ποτέ. Κι ίσως να μη μ’ αγαπά εκείνη. Μην ξεχνάς, αδερφέ μου, ότι την έβλεπα κάθε μέρα, ότι μεγάλωνε κοντά μου, ότι έγινε κομμάτι της ψυχής μου. -Και δικιά σου πρέπει να γίνει! Είπε κείνος. Δικιά σου! Δε μπορώ να σου πω ψέματα ούτε το θέλω. Κι εγώ την αγαπώ. Μα αύριο θα φύγω. Θα ξαναϊδωθούμε σ’ ένα χρόνο και τότε θα είστε παντρεμένοι, έτσι δεν είναι; Έχω και λίγα χρήματα. Είναι δικά σου, να τα πάρεις, πρέπει να τα πάρεις. Ροβολούσαμε αμίλητοι το βουνό. Αργά τη νύχτα φτάσαμε στο καλύβι της μάνας μου. Η Αναστασία κρατούσε τη λάμπα στο χέρι, όταν μπήκαμε. Η μητέρα μου έλειπε. Η Αναστασία κοιτούσε παράξενα μελαγχολικά τον Αφθανίδη. -Θα φύγεις το πρωί, θα μας αφήσεις; τον ρώτησε. Πόσο στεναχωριέμαι! -Στεναχωριέσαι; ρώτησε κι αυτός και φάνηκε στα λόγια του μια τέτοια λύπη όση η δική μου. -Ο αδερφός μας σ’ αγαπάει, τον αγαπάς και ’σύ; Η σιωπή του αυτή φανερώνει την αγάπη του. Η Αναστασία τρεμούλιασε και δάκρυσε κι εγώ δεν έβλεπα παρά μόνο αυτήν και δε σκεφτόμουν παρά μόνο εκείνη. Έβαλα το χέρι μου γύρω στη μέση της κι είπα: -Ναι, σ’ αγαπώ. Τότε έσμιξε το στόμα της με το δικό μου και τα χέρια της μ’ αγκάλιασαν. Η λάμπα έπεσε στο πάτωμα και το σκοτάδι μας τύλιξε όπως στην καρδιά του αγαπημένου, του καημένου μας Αφθανίδη. Σηκώθηκε πριν φέξει ακόμα, μας φίλησε όλους για τον χωρισμό και ξεκίνησε. Πριν φύγει, έδωσε στη μητέρα όλα τα χρήματά του για μας. Η Αναστασία ήταν η αρραβωνιαστικιά μου και σε λίγες μέρες η γυναίκα μου. Hans Christian Andersen

Μοναχικός βίος στη Χίο του 1711

Ο Σουηδός Michael Olofson Eneman είναι από τους σπουδαιότερους μελετητές των πολιτισμών της ανατολικής Μεσογείου κατά τον 18ο αιώνα μ.Χ. Το ταξιδιωτικό χρονικό του πρωτοδημοσιεύτηκε το 1889 από τον K.U. Nylander (Resa I Orienten, 1711-1712, af Michael Eneman, Professor i orientaliske Språk vid Uppsala universitet, Upsala 1889). O Eneman επισκέφτηκε τη Χίο το Νοέμβριο του 1711 και παρέμεινε στο νησί τρείς περίπου μήνες. Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από τα χειρόγραφα που άφησε ο Eneman για την επίσκεψή του στο μοναστήρι της Νέας Μονής, όπου ζούσαν περίπου 400 καλόγεροι.


Είναι μεγάλο και πλούσιο μοναστήρι που κατέχει το ένα τρίτο ή ένα τέταρτο των γαιών του νησιού. Υπάρχουν δέκα περίπου μετόχια που νοικιάζονται από τους καλόγερους με ετήσια παροχή 200 - 300 σουηδικά τάληρα ή σε είδος: κρασί, στάρι, ελιές κτλ.

Εδώ ο μοναχικός βίος έχει μάλλον τη μορφή ενός μεγάλου κοινόβιου όπου κάθε καλόγερος προσφέρει κάτι σαν αντιπαροχή για την προστασία που του παρέχει το μοναστήρι (σημ μεταφρ.. Τίποτα δεν έχει απομείνει σήμερα από τη μεγαλοπρέπεια και τον πλούτο της Νέας Μονής. Μονάχα ο ναός της Παναγίας σώζεται, λαμπρό βυζαντινό αρχιτεκτόνημα του ΙΑ΄ αιώνα και μερικά ερείπια.) Κατά τα άλλα φροντίζει, όσο καλύτερα μπορεί, για τον εαυτό του. Καθένας έχει τον κοιτώνα του, το εργαστήρι του, το κελάρι του, καθώς και δικά του χρήματα. Έχει το χωράφι του ή ασκεί ένα επάγγελμα για να κερδίζει το ψωμί του. Η ιδιοκτησία του είναι απαραβίαστη, αλλά ύστερα από το θάνατό του περιέρχεται στο μοναστήρι. Μ’ αυτόν τον τρόπο απόχτησε η Νέα Μονή τόση περιουσία.

Οι όροι που έπρεπε να εκπληρώσει κανείς για να γίνει δεκτός στη Νέα μονή ήταν οι εξής:

  1. να καταβάλει στο μοναστήρι 120 σουηδικά τάληρα.

  2. Να είναι και να παραμείνει άγαμος.

  3. Να παρευρίσκεται στο απόδειπνο, δηλαδή κατά την εσπερινή δέηση.

  4. Κατά τη νύχτα των Χριστουγέννων και της Μεγάλης Παρασκευής καθώς και κατά τη νύχτα της παραμονής των μεγάλων χριστιανικών εορτών να αγρυπνεί και να προσεύχεται στην εκκλησία.

  5. Να υπακούει τον ηγούμενο και να πηγαίνει στην εργασία του ή να μένει στο κελλί του όπως εκείνος τον διατάξει. Αλλιώς τιμωρείται και εκδιώκεται από τη μοναχική ζωή (…).

Όπως στα νοσοκομεία μας έτσι και σ’ αυτό το μοναστήρι, ο καλόγερος παίρνει κάθε μέρα τη μερίδα του από το κοινό συσσίτιο: δυο μικρούς άρτους, μια οκά κρασί, λίγες ελιές, μπιζέλια ψάρι. Στις μεγάλες γιορτές και ορισμένες Κυριακές και κατά την εκλογή νέου ηγουμένου γίνεται κοινή συνεστίαση. Ανάμεσα στο πλήθος των καλογέρων υπάρχουν και χειροτονημένοι παπάδες, οι λεγόμενοι ιερομόναχοι. Θα νόμιζε κανείς ότι αυτοί οι ιερομόναχοι κρατούν στο χέρι το βιβλίο και όχι το αλέτρι. Κάθε άλλο. Έχει κατανεμηθεί ανάμεσά τους η θητεία ατην εκκλησία. Μια βδομάδα ο καθένας. Μόλις τελειώσει η βάρδια του παίρνει την αμοιβή του, ένα ή μισό τάληρο. Αυτό κερδίζει ο μοναστηρίσιος παπάς παραπάνω από τους καλόγερους. Ειναι λοιπόν υποχρεωμένος να δουλέψει για να βελτιώσει τη θέση του. Υφαίνει, ράβει, σκάβει τ’ αμπελάκι του, σκαλίζει τον αγρό του. Κάτω ακριβώς από αυτή τη μορφή γνώρισα τους ιερομόναχους στα κελλιά τους, προθυμότερους δηλαδή και ικανότερους στις χειρονακτικές εργασίες παρά στις εκκλησιαστικές. Με μεγάλο κόπο κατώρθωσα να ρίξω μια ματιά στο ευχολόγιό τους. Τα κελλιά των ιερομόναχων είναι γεμάτα αργαλειούς, τόρνους και άλλα εργαλεία, κι έτσι δεν υπάρχει χώρος για βιβλία.

Michael Olofson Eneman


Λεξιλόγιο

βίος (ο): ζωή.

μετόχια (τα): κτήμα του μοναστηριού έξω από την περιοχή του (το μετόχι).

κοινόβιο (το): τρόπος ζωής σύμφωνα με τον οποίο μια ομάδα ανθρώπων ζουν και εργάζονται μαζί μοιράζοντας τις δουλιειές και τα έσοδα.

κοιτώνας (ο): υπνοδωμάτιο, συνήθως για πολλά άτομα.

κελάρι (το): μικρή αποθήκη τροφίμων σε σπίτι ή μοναστήρι.

άγαμος (ο): ανύπαντρος (άγαμος, -η, -ο) .

εσπερινή δέηση (η): βραδινή προσευχή.

ηγούμενος (ο): ο επικεφαλής μιας ομάδας μοναχών σ’ ένα μοναστήρι.

κελί (το): δωμάτιο μοναχού σε μοναστήρι.

άρτος (ο): ψωμί.

οκά: παλιότερη μονάδα βάρους (1 οκά: 1282 γραμμάρια).

συνεστίαση (η): γεύμα με συμμετοχή πολλών προσώπων.

χειροτονημένοι (οι): αυτοί που έχουν κάποιο βαθμό στην Εκκλησία.

αλέτρι (το): εργαλείο με το οποίο οργώνουν τη γη.

χειρωνακτική εργασία (η): εργασία που γίνεται με τα χέρια.

αργαλειός (ο): με αυτόν υφαίνουν τα υφάσματα.

τόρνος (ο): εργαλείο για την κατεργασία μετάλλου, ξύλου κ.ά.

ευχολόγιο (το): εκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει ευχές.

Σκανδιναβοί στο Βυζάντιο (1102 – 1111)

Στην περίοδο του Μεσαίωνα, πολλά καραβάνια σκανδιναβών προσκυνητών διέσχισαν την Ευρώπη για να φτάσουν στους Αγίους Τόπους. Οι αφηγήσεις των ταξιδιωτών και οι περιπέτειες των σταυροφόρων του Βορρά στο βυζαντινό χώρο, τροφοδότησαν με πλούσιο υλικό τη σκανδιναβική λαϊκή παράδοση, που καταγράφτηκε στα χρονικά “Σάγκα”. Τα αποσπάσματα που ακολουθούν αναφέρονται στους σκανδιναβούς βασιλιάδες, Σιγουρντ της Νορβηγίας και Έρικ της Δανίας που πέρασαν από την Κωνσταντινούπολη του Αλεξίου Κομνηνού, στις αρχές του δωδεκάτου μ.Χ. αι. Τα δανιζόμαστε από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1700 – 1800 Τόμος Β΄, Αθήνα 1984, 4η έκδοση).

Σίγουρντ ο μεγαλοπρεπής

Ο στόλος άραξε μπροστά στη Χρυσόπορτα κι ο Αλέξιος έδωσε εντολή να γίνει υποδοχή στον Σιγουρντ με τιμές που αποδίδονται μονάχα σε νικητή αυτοκράτορα.

Από τη χρυσόπορτα ως το παλάτι των Βλαχερνών οι δρόμοι ήταν στρωμένοι με μεταξωτή πορφύρα. Μπροστά από το βασιλιά βάδιζε ολόκληρη πομπή μουσικών και τραγουδιστών. Ο σιγουρντ ακολουθούσε με τους βαρώνους τουπάνω σε σιδερόφρακταάτια κι έφτασε στο παλάτι περνώντας από το έμβολο της Τρωάδας. Στη μεγάλη αίθουσα των Βλαχερνών είχε ετοιμαστεί ένας θρόνος. Κάθισε έχοντας πλάι τους στρατηγούς του.

Τότε έφθασαν οι απεσταλμένοι του αυτοκράτορα φορτωμένοι μ’ ένα πανέρι γεμάτο ασήμι, δώρο του Αλεξίου προς το Νορβηγό μονάρχη. Ο Σιγουρντ προστάζει να χαρίσουν το ασήμι στους ανθρώπους του.

Οι απεσταλμένοι αναφέρουν στον αυτοκράτορα τη συμπεριφορά του βασιλιά. Λέει ο Αλέξιος: “Η αλαζονεία αυτού του πρίγκιπα δεν έχει ματαγίνει. Φαίνεται πως είναι ζάμπλουτος. Τέλος πάντων, καλά, δεν καταδέχεται το θησαυρό που του χάρισα. Δεν άξιζε, όμως, το δώρο μου έναν καλό λόγο;”

Προστάζει τότε να προσφέρουν στο Νορβηγό βασιλιά μια κασέλα γεμάτι χρυσάφι. Βλέποντας το καινούργιο δώρο ο σίγκουρντ λέει στους βαρώνους του:“Ήρθε πολύ χρυσάφι σύντροφοι, μοιραστείτε το!”

Νέα αναφορά των απεσταλμένων στον αυθέντη τους. Λέει ο Αλέξιος: “Για να δούμε τι συμβαίνει μ’ αυτόν το βασιλιά. Ή ξεπερνάει σε μεγαλείο όλους τους μονάρχες της οικουμένης ή δεν έχει κουκούτσι μυαλό. Στείλτε μια κασέλα ακόμη, αλλά χρυσάφι κόκκινο, το πιο ακριβό που υπάρχει στον κόσμο! Κι ακόμα αυτά τα δυο βαριά βραχιόλια.”

Με το τρίτο, πιο μεγαλόπρεπο δώρο, ο Σίγκουρντ σηκώνεται, παίρνει τα βραχιόλια, τα περνάει στα χέρια του, και μιλώντας ελληνικά, εκφράζει τις ευχαριστίες στον αυτοκράτορα για τη γενναιοδωρία του. Όσο για το χρυσάφι το ξαναμοίρασε στους δικούς του.

Ο αυτοκράτορας καταγοητεύεται από την ιπποτική συμπεριφορά του Νορβηγού, του επιδαψιλεύει κι άλλες τιμές και του προσφέρει το μισό του βασίλειο.

(…) Μια μέρα, ο βασιλιάς Σίγουρντ κάλεσε σε μεγάλη γιορτή τον αυτοκράτορα στο παλάτι του. Βάλθηκε, λοιπόν, να προετοιμάσει τη δεξίωση ώστ να καταπλήξει τους Βυζαντινούς. Την παραμονή, πρόσταξε ο βασιλιάς τους ανθρώπους του να πάνε στο παζάρι για ν’ αγοράσουν ξύλα. Ήθελε να είναι και η θέρμανση βασιλική. “Μην ανησυχείς” του είπαν. “Κάθε μέρα έρχονται στην πολιτεία ένα σωρό αμάξια φορτωμένα ξύλα.” Μα όταν πήγαν στην αγορά δε βρήκαν ούτε ένα πελεκούδι. Είχαν πουληθεί όλα. Το μαθαίνει ο Σιγουρντ και λέει στους ανθρώπους του: “Ν’ αγοράσετε όλα τα καρύδια που θα βρείτε”.

Τα αγόρασαν και τα κουβάλησαν στο παλάτι. Την άλλη μέρα έρχεται ο αυτοκράτορας με όλη την Αυλή του. Κάθονται στο τραπέζι. Βλέποντας ο αυτοκράτορας και η αυτοκράτειρα πως τίποτα δεν έλειπε κι ότι η ζεστασιά της αίθουσας ήταν καταπληκτική, στέλνουν μυστικά ανθρώπους να μάθουν τι έβαλαν στη φωτιά. Και ψάχνοντας - ψάχνοντας βρίσκουν ένα ολόκληρο σπίτι γεμάτο καρύδια. Και η αυτοκράτειρα είπε: “Να ένας τετραπέρατος βασιλιάς!” Γιατί εκείνη είχε δώσει μυστικά την εντολή να εξαφανίσουν όλα τα ξύλα από την αγορά για να δει πως θα αντιδράσει ο Νορβηγός.

Ο Έρικ ο Καλός

Αποτελείτε τη φρουρά του αυτοκράτορα. Και έχετε χρέος να μείνετε έντιμοι και αφοσιωμένοι. Η δική σας αρετή θα απαλλάξει τον αυτοκράτορα από πολλές έννοιες. Πρέπει να είσαστε πιστοί και να έχετε πάνω από όλα την τιμή. Ποτέ μυστικές συμφωνίες με τον εχθρό. Θα προτιμήσετε το θάνατο παρά να ατιμαστείτε από τη δειλία ή από το συμφέρον.

Ο Αλέξιος πλήροφορείτε τις νουθεσίες του Έρικ και, συνηθισμένος από τις ραδιουργίες και τις δολιότητες των Νορμανδών της Ιταλίας, μένει έκπληκτος από την αφοσίωση των Βαράγγων του. Ανοίγει, λοιπόν, τις πύλες των τειχών και προστάζει μεγαλόπρεπη υποδοχή. Στολίζεται η Πόλη, στρώνονται οι τάπητες στους δρόμους. Το Δανό βασιλιά υποδέχεται ο ίδιος ο αυτοκράτορας και τον οδηγεί από το χέρι στο ανάκτορό του.

(Ο Αλέξιος καλεί τον Έρικ να διαλέξει: προτιμά να οργανωθούν προς τιμήν του αγώνες στον Ιππόδρομο ή να του προσφέρει το ποσό που θα στοιχίσει η πολυδάπανη επίδειξη, δηλ. σαράντα τάλαντα χρυσού;)

Ο Έρικ σκέπτεται ότι βρίσκεται ακόμη στη μέση του ταξιδιού, αναλογίζεται τις ανάγκες της μεγάλης ακολουθίας και τελικά δέχεται το χρυσάφι.


Λεξιλόγιο

βίος: ζωή

πορφύρα: ρούχο ή ύφασμα βαμμένο με πορφύρα ( με μια βαθύ κόκκινη ουσία από κοχύλι).

βαρόνος: τίτλος ευγένειας.

άτι (το): το άλογο.

πανέρι: ρηχό πλεχτό καλάθι.

αλαζονεία: το να είναι κανείς περήφανος για τον εαυτό του παραπάνω από όσο πρέπει και να περιφρονεί τους άλλους, φαντασμένος.

κασέλα: μπαούλο, σεντούκι, ξύλινο κιβώτιο για φύτλαξη και μεταφορά πραγμάτων και ρούχων κ .ά.

αυθέντης: αφέντης, αφεντικό, άρχοντας, ηγεμόνας.

ιπποτική συμπεριφορά: συμπεριφορά που δείχνει ευγένεια και γενναιοψυχία.

επιδαψιλεύει: δίνει πλουσιοπάροχα.

δεξίωση: υποδοχή και περιποίηση.

πελεκούδα: μικρό κομμάτι ξύλο από το πελέκημα, σχίζα.

τετραπέρατος: πολύ έξυπνος.

ζάμπλουτος: πολύ πλούσιος.

κουκούτσι: το σκληρό σπέρμα καρπών.

Βάραγγοι: οι Βάραγγοι ήταν μισθοφόροι που υπηρετούσαν στην αυτοκρατορική φρουρά της Κωνσταντινούπολης. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν Σκανδιναβοί. Η πίστη και η αφοσίωσή τους στο βασιλιά ήταν παροιμιώδης. Βαραγγία ονόμαζαν οι Βυζαντινοί τη Νορβηγία.

έντιμοι (έντιμος, -η, -ο): τίμιοι, ηθικοί.

έννοιες: φροντίδες, σκέψεις.

νουθεσίες: συμβουλές.

ατιμαστείτε (ατιμάζομαι) ντροπιαστείτε, εξευτιλιστείτει


.