Tips...tips...tips

Thukydides: Perikles' tal över de stupade i kriget

 

platosvcavepapyr

1. Platon i sin akademi, teckning efter målning av Carl Johan Wahlbon (ur Svenska Familj-Journalen)

2. Framställning av bilden om den underjordiska grottan

3. Papirus Oxyrhynchus, med fragment från Platons Staten

 

Πλάτωνος Πολιτεία: Η εικόνα του σπηλαίου /Platon: Staten, den underjordiska grottan

  • Η αλληγορία του σπηλαίου
  • Η εφαρμογή της στην αγωγή των νέων
  • Η εφαρμογή της στη διοίκηδη της πολιτείας
  • Den underjordiska grottan
  • Konsekvenser med avseende på uppfostran
  • på statens ledning

Πλάτωνος Πολιτεία (απόσπασμα): Η αλληγορία του σπηλαίου
Μτφ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος. 2002. Πλάτων. Πολιτεία. (Αθήνα: Πόλις)


Ύστερ’ από αυτά, είπα, δοκίμασε να απεικονίσεις την ανθρώπινη φύση μας ως προς την παιδεία και την απαιδευσία της πλάθοντας με το νου σου μια κατάσταση όπως η ακόλουθη. Φαντάσου δηλαδή ανθρώπους σ' ένα οίκημα υπόγειο, κάτι σαν σπηλιά, που το άνοιγμά της, ελεύθερο στο φως σε μεγάλη απόσταση, θα απλώνεται σε όλο το πλάτος της σπηλιάς, και τους ανθρώπους αυτούς να βρίσκονται μέσα εκεί από παιδιά αλυσοδεμένοι από τα σκέλια και τον αυχένα ώστε να μένουν ακινητοποιημένοι και να κοιτάζουν μόνο προς τα εμπρός χωρίς να μπορούν, έτσι αλυσοδεμένοι καθώς θα είναι, να στρέφουν γύρω το κεφάλι τους· κι ένα φως να τους έρχεται από ψηλά κι από μακριά, από μια φωτιά που θα καίει πίσω τους, κι ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες, στην επιφάνεια του εδάφους, να περνάει ένας δρόμος· κι εκεί δίπλα φαντάσου ένα τειχάκι χτισμένο παράλληλα στο δρόμο σαν εκείνα τα χαμηλά παραπετάσματα που στήνουν οι ταχυδακτυλουργοί μπροστά στους θεατές για να δείχνουν από 'κει τα τεχνάσματά τους.
Το φαντάζομαι, είπε.
Φαντάσου ακόμη ότι κατά μήκος σ' αυτό το τειχάκι κάποιοι άνθρωποι μεταφέρουν κάθε λογής κατασκευάσματα που εξέχουν από το τειχάκι, αγάλματα και άλλα ομοιώματα ζώων, από πέτρα, από ξύλο ή από οτιδήποτε άλλο, κι ότι, όπως είναι φυσικό, άλλοι από τους ανθρώπους που κουβαλάνε αυτά τα πράγματα μιλούν ενώ άλλοι είναι σιωπηλοί.
Αλλόκοτη, είπε, η εικόνα που περιγράφεις, και οι δεσμώτες αλλόκοτοι κι αυτοί.
Όμοιοι με εμάς, έκανα εγώ· γιατί πρώτα – πρώτα μήπως φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες αυτοί εκτός από τον εαυτό τους και τους διπλανούς τους βλέπουν ποτέ τους τίποτε άλλο πέρα από τις σκιές που ρίχνει το φως αντικρύ τους στον τοίχο της σπηλιάς;
Μα πώς θα ήταν δυνατόν, είπε, αφού σ' όλη τους τη ζωή είναι αναγκασμένοι να έχουν το κεφάλι τους ακίνητο;
Και με τα πράγματα που περνούν μπροστά στο τειχάκι τι γίνεται; Τι άλλο εκτός από τις σκιές τους βλέπουν οι δεσμώτες:
Σαν τι άλλο θα μπορούσαν να δουν;
Αν, τώρα, είχαν τη δυνατότητα να συνομιλούν, δεν νομίζεις ότι θα πίστευαν πως αυτά για τα όποια μιλούν δεν είναι παρά οι σκιές που έβλεπαν να περνούν μπροστά από τα μάτια τους;
Κατ ανάγκην, είπε.
Κι αν υποθέσουμε ακόμη ότι στο δεσμωτήριο ερχόταν και αντίλαλος από τον αντικρινό τοίχο; Κάθε φορά που θα μιλούσε κάποιος από όσους περνούσαν πίσω τους, φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες δεν θα πίστευαν ότι η φωνή βγαίνει από τη σκιά που θα έβλεπαν να περνά από μπροστά τους;
Μα το Δία, είπε, και βέβαια.
Ασφαλώς λοιπόν, είπα εγώ, οι άνθρωποι αυτοί δεν θα ήταν δυνατόν να πιστέψουν για αληθινό τίποτε άλλο παρά μονάχα τις σκιές των κατασκευασμάτων.
Ανάγκη αδήριτη, είπε.
Σκέψου τώρα, είπα εγώ, ποια μορφή θα μπορούσε να πάρει η απαλλαγή τους από τα δεσμά και η γιατρειά τους από την πλάνη και την αφροσύνη, αν τύχαινε και τους συνέβαιναν τα εξής: Κάθε φορά που κάποιος από αυτούς θα λυνόταν και θα αναγκαζόταν ξαφνικά να ελευθερωθεί και να γυρίσει το κεφάλι και να περπατήσει και να αντικρύσει το φως ψηλά ―κι όλα αυτά πονώντας πολύ και αδυνατώντας από την εκτυφλωτική λάμψη να διακρίνει εκείνα τα πράγματα που ως τώρα έβλεπε τις σκιές τους―, τι φαντάζεσαι ότι θα έλεγε ο άνθρωπος αυτός, αν κάποιος του έλεγε ότι όσα έβλεπε πρωτύτερα ήταν ανοησίες και ότι τώρα είναι κάπως πιο κοντά στην πραγματικότητα κι ότι έχοντας τώρα στραφεί σε αντικείμενα πιο πραγματικά βλέπει σωστότερα; Ιδίως μάλιστα αν δείχνοντάς του καθένα από τα αντικείμενα που περνούσαν από μπροστά του τον ρωτούσε και τον υποχρέωνε να απαντήσει τι είναι το καθένα τους. Δεν νομίζεις ότι ο άνθρωπος εκείνος θα τα 'χανε και θα πίστευε ότι όσα έβλεπε τότε ήταν αληθινότερα από εκείνα που του έδειχναν τώρα;
Και πολύ μάλιστα.
Κι άμα θα τον ανάγκαζε να κοιτάξει στο ίδιο το φως, δεν θα αισθανόταν έντονο πόνο στα μάτια και δεν θα προσπαθούσε να το αποφύγει στρέφοντας το βλέμμα του πάλι σ' εκείνα που μπορεί να βλέπει, και δεν θα νόμιζε ότι εκείνα είναι στ' αλήθεια πιο σαφή και ευκρινή από όσα του έδειχναν τώρα;
Έτσι, είπε.
Αν, τέλος, είπα εγώ, κάποιος τον τραβούσε δια της βίας προς τα έξω από ένα ανέβασμα κακοτράχαλο κι απότομο και δεν τον άφηνε προτού να τον βγάλει στο φως του ήλιου, άραγε ο δεσμώτης δεν θα πονούσε και δεν θα αγανακτούσε που τον τραβολογούσαν, κι όταν θα έβγαινε στο φως, έτσι καθώς τα μάτια του θα ήταν πλημμυρισμένα από την εκτυφλωτική λάμψη, δεν θα του ήταν εντελώς αδύνατο να διακρίνει έστω και ένα από τα πράγματα, για τα οποία θα του λέγανε τώρα πως είναι αληθινά;
Θα του ήταν αδύνατον, είπε· έτσι στα ξαφνικά τουλάχιστον.
Θα χρειαζόταν, νομίζω, κάποιος χρόνος προσαρμογής, προκειμένου να αντικρύσει τα πράγματα επάνω. Έτσι, στην αρχή, θα διέκρινε ευκολότερα τις σκιές, έπειτα τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων πραγμάτων στο νερό κι ύστερα τα ίδια τα πράγματα· από αυτά όσα βρίσκονται στον ουρανό, και αυτό τον ίδιο τον ουρανό, θα μπορούσε να τα κοιτάξει πιο εύκολα τη νύχτα με το φως των άστρων και του φεγγαριού παρά την ημέρα, με τον ήλιο και το φως του.
Ασφαλώς.
Και τελευταίο απ' όλα θα μπορούσε να αντικρύσει τον ήλιο, όχι είδωλά του στο νερό ή σε κάποια θέση άλλην από τη δική του, αλλά τον ήλιο αυτόν καθαυτόν στον δικό του τόπο, και να θεαστεί τη φύση του.
Κατ' ανάγκην, είπε.
Κι ύστερα από αυτά θα έφθανε να συλλάβει με το λογισμό του ότι αυτός, ο ήλιος, είναι που δωρίζει τις εποχές και τα χρόνια και που διαφεντεύει τα πάντα στη σφαίρα των ορατών πραγμάτων, και κατά κάποιον τρόπο είναι η αιτία για όλα όσα έβλεπαν ο ίδιος και οι άλλοι δεσμώτες.
Προφανώς, είπε, αυτό θα ήταν το επόμενο συμπέρασμά του.
Λοιπόν; Καθώς θα ξαναθυμάται τον τόπο, στον οποίο έμενε πρώτα, τη «σοφία» που είχαν εκεί, και τους συγκρατούμενούς του εκεί, δεν νομίζεις ότι θα καλοτυχίζει τον εαυτό του για την αλλαγή, ενώ για 'κείνους θα αισθάνεται οίκτο;
Και πολύ μάλιστα.
Κι αν υποθέσουμε ότι οι δεσμώτες είχαν θεσπίσει τότε κάποιες τιμές και επαίνους μεταξύ τους και βραβεία για όποιον διέκρινε καθαρότερα απ' όλους τα αντικείμενα που περνούσαν μπροστά τους, ή για όποιον συγκρατούσε στη μνήμη του ποια από αυτά συνήθως περνούσαν πρώτα, ποια ύστερα και ποια πήγαιναν μαζί με ποια, έτσι που βάσει αυτού να έχει κάποια ιδιαίτερη ικανότητα στο να μαντεύει τι επρόκειτο να περάσει κάθε φορά, έχεις μήπως τη γνώμη ότι ο άνθρωπος αυτός θα φλεγόταν από την επιθυμία για τέτοια πράγματα και ότι θα ζήλευε όσους τιμούνταν εκεί και είχαν δύναμη και αναγνώριση; Ή θα είχε πάθει αυτό που λέει ο Όμηρος, και θα επιθυμούσε διακαώς «πάνω στη γη να ζούσε κι ας ξενοδούλευε σε κάποιον άκληρο» ή να υπέφερε οτιδήποτε παρά να νομίζει τέτοια πράγματα και να ζει όπως εκείνοι;
Έτσι νομίζω κι εγώ, είπε· θα προτιμούσε να πάθαινε οτιδήποτε παρά να ζει εκείνη τη ζωή.
Συλλογίσου τώρα και τούτο, είπα εγώ. Αν ένας άνθρωπος σαν αυτόν κατέβαινε ξανά εκεί κάτω και καθόταν στην ίδια θέση, άραγε τα μάτια του δεν θα ήταν γεμάτα σκοτάδι, καθώς θα ερχόταν έτσι απότομα από το φως του ήλιου;
Βεβαιότατα.
Κι αν θα χρειαζόταν να παραβγεί πάλι με εκείνους που είχαν παραμείνει δεσμώτες προσπαθώντας να διακρίνει τις σκιές, ενώ η όρασή του θα είναι αδύναμη ωσότου να προσαρμοστούν τα μάτια του κι ο χρόνος της προσαρμογής όχι πολύ σύντομος, άραγε δεν θα γινόταν περίγελως και δεν θα έλεγαν γι' αυτόν ότι γύρισε με τα μάτια του χαλασμένα από 'κει πάνω που ανέβηκε, και ότι δεν αξίζει τον κόπο ούτε καν να δοκιμάσει κανείς να ανεβεί επάνω; Κι όποιον θα επιχειρούσε να τους λύσει από τα δεσμά και να τους ανεβάσει επάνω, αυτόν, αν μπορούσαν με κάποιον τρόπο να τον πιάσουν στα χέρια τους και να τον σκοτώσουν, δεν θα τον σκότωναν;
Ασφαλώς, είπε.

Πλάτωνος Πολιτεία (απόσπασμα)
Εφαρμογή των διδαγμάτων της αλληγορίας στην αγωγή των νέων
Μτφ. Ι.Ν. Γρυπάρης. χ.χ. Πλάτων. Πολιτεία (Αθήνα: Ζαχαρόπουλος)

Αυτή λοιπόν την εικόνα, φίλε μου Γλαύκων, πρέπει να την εφαρμόσεις σ' όλα που λέγαμε πρωτύτερα και να παρομοιάσεις αυτό τον κόσμο, που βλέπομε, με την δράση, με την κατοικία του δεσμωτηρίου, και την αντιλαμπή της φωτιάς μες σ' αυτήν με τη δύναμη του ήλιου· αν ακόμα δεχτής, πως εκείνος ο δεσμώτης που ανεβαίνει εδώ πάνω και βλέπει όσα βλέπει, παρασταίνει το ανέβασμα της ψυχής από τον ορατό στο νοητό κόσμο, θα είσαι μέσα σε κείνο που πιστεύω εγώ τουλάχιστο, αφού αυτό επιθυμούσες ν’ ακούσεις. Κι ο θεός πια το ξέρει, αν τυχαίνει να είναι αληθινή η ιδέα μου. Οπωσδήποτε για μένα έτσι φαίνονται πως είναι αυτά: πως μέσα στο νοητό κόσμο τελευταία που παρουσιάζεται είναι η ιδέα του αγαθού, μόλις και μετά βίας ορατή· όταν όμως μια φορά τη δη κανείς, δεν μπορεί να μη συμπεράνει πως αυτή είναι γενικώς η αιτία του κάθε καλού και ωραίου, πως αυτή είναι που γέννησε και μέσα στον ορατό κόσμο το φως και τον κύριο του φωτός, και μέσα στον νοητό αυτή είναι η δέσποινα που χαρίζει την αλήθεια και το νου, και ότι σ' αυτήν πρέπει να αποβλέπει όποιος το έχει σκοπό με φρόνηση να κυβερνηθεί και στον ιδιωτικό του και στο δημόσιο βίο.
Συμμερίζομαι κ' εγώ τη γνώμη σου, με τον τρόπο τουλάχιστο που μπορώ.
Έλα τώρα λοιπόν να συμμεριστεί κι αυτήν ακόμα τη γνώμη και να μην παραξενεύεσαι, αν όσοι έφτασαν ως εδώ δε βρίσκουν πια ευχαρίστηση να καταγίνουνται με τις συνηθισμένες ανθρώπινες ασχολίες, αλλά αισθάνονται την ανάγκη να ζουν πάντα εκεί επάνω οι ψυχές των· και είναι φυσικό να γίνεται έτσι, αν πάλι είναι σύμφωνο κι αυτό με την εικόνα που είπαμε πριν. Είναι βέβαια φυσικό.
Τί λοιπόν; σου φαίνεται τίποτα παράξενο, αν ένας που κατεβαίνει από εκείνη τη θεϊκιά θεωρία στις ανθρώπινες αθλιότητες, δε γνωρίζει πώς να φερθεί και φαίνεται φοβερά γελοίος, καθώς δεν βλέπει ακόμη καλά πριν συνηθίσει οπωσδήποτε με το σκοτάδι αυτού του κόσμου, και αναγκάζεται, ή στα δικαστήρια ή όπου αλλού, να υποστηρίξει την ιδέα του για τις σκιές του δικαίου και για τα είδωλα που παρασταίνουν οι σκιές και να πολεμά τις δοξασίες που έχουν για τη δικαιοσύνη όπου ποτέ του ποτέ δεν την είδαν;
Μα καθόλου βέβαια παράξενο.
Αλλ’  αν έχει κανείς νου, θα μπορούσε να θυμηθεί, πως είναι δυο ειδών και από δυο αφορμές προέρχεται η διατάραξη της δράσης: όταν μεταβαίνει κανείς από το σκοτάδι στο φως, και όταν από το φως στο σκοτάδι. Το ίδιο λοιπόν πρέπει να παραδεχτή πως γίνεται και με την ψυχή και όταν δη καμιά να τα χάνει και να μη μπορεί να διακρίνει κάτι καθαρά, να μη γελά χωρίς λόγο, αλλά να εξετάζει τι από τα δυο συμβαίνει, τάχα επειδή ήρθε από φωτεινότερη ζωή έχουν σκοτισθεί τα μάτια της που δεν ήταν συνηθισμένα στο σκοτάδι, ή μήπως, αμάθητη στο περισσότερο, έφτασε σε πολύ δυνατότερο φως και έχουν γεμίσει τα μάτια της από ζωηρότερη φεγγοβολή; Και τότε βέβαια τη μια θα τη μακαρίσει για το πάθημά της και τη ζωή της και την άλλη θα την ελεεινολογήσει, κι αν είχε τη διάθεση να γελά μαζί της, το γέλιο του θα ήταν λιγότερο καταγέλαστο, παρά αν γελούσε με την ψυχή που έχει φτάσει από το επάνω εκεί φως.
Πολύ λογικά τα λες.
Πρέπει λοιπόν, αν είν' αυτά αληθινά, να παραδεχτούμε πως η παιδεία δεν είναι τέτοια όπως την λένε πως είναι μερικοί που την έχουν επάγγελμα τους. Γιατί ισχυρίζονται πως επιστήμη δεν υπάρχει μέσα στην ψυχή, αλλά αυτοί την βάζουν, όπως σαν να βάζουν σε τυφλούς την όραση.
Αυτό πραγματικώς λένε.
Ενώ ο δικός μας τώρα ο λόγος θέλει να πη, πως ο καθένας έχει μέσα στην ψυχή του τη δύναμη να μαθαίνει και το κατάλληλο για τη μάθηση όργανο· και όπως, αν δεν ήταν δυνατό να γίνει διαφορετικά, θα έπρεπε να στρέφει κανείς το μάτι του με όλο μαζί το σώμα του από το σκοτεινό στο φωτεινό, έτσι πρέπει να στρέφει γύρω κι αυτή τη δύναμη και το όργανό της με όλη μαζί την ψυχή του από εκείνο που γίνεται προς το καθαυτό ον, ώσπου να κατορθώσει επί τέλους να ατενίζει, χωρίς να υποφέρει, το φωτεινότατο του όντος, που εμείς λέμε πως αυτό είναι το αγαθό· δεν είν' έτσι;
Ναι.
Αυτής λοιπόν της περιστροφής θα ήταν τέχνη η παιδεία, με ποιο τρόπο να καταφέρει να μεταστραφεί όσο μπορεί ευκολότερα και ωφελιμότερα η ψυχή, όχι για να της βάλει κανείς μέσα της τη δύναμη να βλέπει, γιατί αυτή την έχει, άλλα για να διορθώσει την κατεύθυνσή της, που δεν είναι σωστά στραμμένη ούτε βλέπει εκεί που έπρεπε.
Έτσι φαίνεται.
Οι άλλες λοιπόν αρετές που λένε της ψυχής φαίνεται να είναι επάνω κάτω όχι πολύ διαφορετικές από του σώματος· γιατί, ενώ πραγματικώς δεν υπάρχουν από μιας αρχής, τις αποκτά κανείς ύστερα με το συνηθισμό και με την άσκηση· ενώ η αρετή της φρόνησης φαίνεται πως έχει κάποια θετικότερη απ' όλα τ' άλλα φύση, που ποτέ δε χάνει τη δύναμή της και που αναλόγως της περιαγωγής της άλλοτε γίνεται ωφέλιμη και χρήσιμη και άλλοτε απεναντίας άχρηστη και βλαβερή. Ή δεν έχεις προσέξει ακόμα, αυτών των ανθρώπων, που τους λένε πονηρούς μα και έξυπνους μαζί, με πόσο διαπεραστική ματιά η μικρή τους η ψυχή και με τι φωτιά μάτι βλέπει όσα την ενδιαφέρουν, γιατί δεν έχει αδύνατη όραση, μα επειδή είναι αναγκασμένη να υπηρετεί την κακία τους, όσο μεγαλύτερη είναι η οξυδέρκειά τους τόσο και μεγαλύτερο κακό κάνουν;
Βέβαια το 'χω παρατηρήσει.
Av όμως στις τέτοιες φύσεις, ευθύς από την παιδική τους ηλικία ήθελε κανείς κόψει σύριζα τις έμφυτες από γενετής κακίες των, που σαν τα μολυβένια βαρίδια των διχτυών, είναι πια κολλημένες επάνω τους και με τις πολυφαγίες και τις παρόμοιες απολαύσεις και καταχρήσεις τραβούν προς τα κάτω την όραση της ψυχής· αν, λέγω, ήθελαν απαλλαχτεί απ' όλ' αυτά και στραφεί προς τα αληθινά, θα τα 'βλεπαν βέβαια κι αυτά με την ίδια οξυδέρκεια, όπως και τώρα εκείνα που τους ενδιαφέρουν.
Πολύ φυσικά.


Σημείωση: Στη μετάφραση του Ψυχάρη έχουν γίνει ορισμένες προσαρμογές στην ορθογραφία

Πλάτωνος Πολιτεία (απόσπασμα)
Εφαρμογή των διδαγμάτων της αλληγορίας στη διοίκηση της πολιτείας: οι φιλόσοφοι προ των ευθυνών τους
Μτφ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος. 2002. Πλάτων. Πολιτεία (Αθήνα: Πόλις).


Τότε; Δεν είναι φυσικό, είπα εγώ, και δεν συνάγεται κατ' ανάγκην από όσα έχουμε πει ότι άνθρωποι αμόρφωτοι, δίχως καμιά εμπειρία της αλήθειας, δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να διοικήσουν ικανοποιητικά μια πολιτεία ούτε, επίσης, άνθρωποι αφημένοι να περνούν ως το τέλος τη ζωή τους μελετώντας; Οι πρώτοι επειδή δεν έχουν θέσει ένα στόχο προς τον οποίο θα πρέπει να κατατείνουν όλες οι πράξεις τους, οι ιδιωτικές και οι δημόσιες, οι δεύτεροι επειδή από δική τους προαίρεση δεν πρόκειται να ασχοληθούν με τίποτε πρακτικό, καθώς θα νομίζουν ότι έχουν μεταφερθεί, ζωντανοί ακόμη, και ζουν στα νησιά των μακάρων!
Δίκιο έχεις, είπε.
Το έργο λοιπόν, είπα εγώ, που έχουμε να επιτελέσουμε εμείς, οι θεμελιωτές της πόλης, είναι να υποχρεώσουμε όσους από τη φύση τους είναι προικισμένοι κατά τον καλύτερο τρόπο να προσεγγίσουν εκείνο το μάθημα που προηγουμένως το χαρακτηρίσαμε ως το μέγιστο: να αντικρύσουν το Αγαθό και να βγάλουν εκείνη την ανηφοριά, και σαν ανέβουν και το κοιτάξουν αρκετά, να μην τους επιτρέψουμε αυτό που τώρα επιτρέπεται.
Δηλαδή ποιο;
Το να μένουν, είπα εγώ, εκεί και να μη θέλουν να κατέβουν πάλι δίπλα σ' εκείνους τους δεσμώτες και να μοιραστούν μαζί τους τούς κόπους και τις τιμές, είτε αυτές είναι τιποτένιες είτε σπουδαιότερες.
Μα τότε, είπε, δεν θα τους αδικήσουμε και δεν θα τους κάνουμε να ζουν χειρότερα, ενώ μπορούν να ζήσουν καλύτερα;
Ξέχασες πάλι, είπα εγώ, φίλε μου, ότι το νόμο δεν τον ενδιαφέρει πώς μια ορισμένη τάξη στην πόλη θα γίνει ιδιαίτερα ευτυχισμένη, αλλά αναζητεί τρόπους ώστε η ευτυχία αυτή να πραγματοποιηθεί για όλη την πόλη συνενώνοντας αρμονικά τους πολίτες με την πειθώ αλλά και τον εξαναγκασμό, κάνοντάς τους να δίνουν ο ένας στον άλλο την ωφέλεια που μπορεί καθένας από αυτούς να προσφέρει στο σύνολο και πλάθοντας ο ίδιος ο νόμος τέτοιους άνδρες στην πόλη όχι για να τους αφήνει έπειτα να τραβούν κατά 'κει που αρέσει στον καθένα αλλά για να τους χρησιμοποιεί ο ίδιος για την ενίσχυση της ενότητας της πόλης.
Σωστά, είπε· το είχα ξεχάσει.
Σκέψου ακόμη, Γλαύκων, ότι δεν πρόκειται να αδικήσουμε τους φιλοσόφους που θα βγάλει η πόλη μας αλλά θα τους πούμε σωστά πράγματα υποχρεώνοντάς τους να φροντίζουν τους άλλους και να τους προσέχουν. Θα τους πούμε δηλαδή ότι εύλογα στις άλλες πόλεις οι φιλόσοφοι όπως αυτοί δεν συμμετέχουν σε βαριά καθήκοντα· γιατί ξεφυτρώνουν από μόνοι τους χωρίς τη σκόπιμη δράση της μιας ή της άλλης πολιτείας, και είναι δίκαιο ό,τι φυτρώνει από μόνο του, χωρίς να χρωστά σε κανέναν την τροφή του, να μην έχει και τη διάθεση να πληρώσει σε κάποιον για τη διατροφή. Εσάς όμως σας αναστήσαμε προς το δικό σας αλλά και το δικό μας το συμφέρον, κάτι σαν οδηγητές και βασιλιάδες σ' ένα σμήνος μέλισσες, και σας έχουμε δώσει παιδεία πιο καλή και πιο ολοκληρωμένη από εκείνων την παιδεία και σας έχουμε κάνει και στα δύο, στην πολιτική όσο και στη φιλοσοφία, πιο δυνατούς. Ας κατεβείτε λοιπόν, καθένας με τη σειρά του, στον τόπο που μένουν οι άλλοι κι ας συνηθίσετε μαζί μ' εκείνους κι εσείς να βλέπετε τις σκιές· γιατί όταν το συνηθίσετε, θα διακρίνετε χίλιες φορές καλύτερα απ' όσο οι δεσμώτες εκεί στη σπηλιά και θα αναγνωρίζετε τα είδωλα ένα προς ένα, τι λογής είναι και ποιανού πράγματος αποτελούν είδωλο, διότι εσείς έχετε δει την αλήθεια των όμορφων, των δίκαιων, των αγαθών πραγμάτων. Κι έτσι θα 'ναι αληθινή η ζωή που θα ζήσουμε, εμείς κι εσείς, στην πόλη, κι όχι ένα όνειρο, όπως είναι τώρα στις περισσότερες πολιτείες όπου οι άνθρωποι πολεμούν ο ένας τον άλλο για σκιές και ξεσηκώνονται να αρπάξουν την εξουσία, λες και είναι τάχα η εξουσία κανένα μεγάλο καλό. Ενώ, βέβαια, η αλήθεια είναι τούτη: Σε μια πολιτεία όπου όσοι πρόκειται να ασκήσουν εξουσία έχουν ελάχιστα τη διάθεση να εξουσιάζουν, τα πράγματα σ' αυτή την πολιτεία θα πηγαίνουν περίφημα και δεν θα υπάρχει καμιά αναταραχή, ενώ όπου οι άρχοντες θα έχουν την αντίθετη διάθεση, θα είναι και η κατάσταση των πραγμάτων η αντίθετη.
Βεβαίως, είπε.
Φαντάζεσαι λοιπόν ότι οι μαθητές μας δεν θα πειθαρχήσουν ακούγοντάς τα αυτά και δεν θα θελήσουν να έχουν κι αυτοί κάποια συμμετοχή, καθένας με τη σειρά του, στο μόχθο της πολιτικής, αλλά ότι τον περισσότερο χρόνο θα μένουν μαζί ο ένας με τον άλλο σε εκείνο τον καθαρότερο τόπο;
Αδύνατον, είπε· γιατί θα δώσουμε δίκαιες προσταγές σε δίκαιους ανθρώπους. Και ασφαλώς καθένας από αυτούς, αντίθετα απ' ότι συμβαίνει με τους τωρινούς άρχοντες των πολιτειών, θα αναλαμβάνει την εξουσία θεωρώντας την κάτι αναπόφευκτα αναγκαίο.
Έτσι είναι, φίλε μου, είπα· αν σ' αυτούς που πρόκειται να κυβερνήσουν εξασφαλίσεις μια ζωή καλύτερη από τη ζωή ενός κυβερνήτη, τότε θα μπορέσει να γίνει για σένα πραγματικότητα αυτή η πόλη με την καλή διακυβέρνηση. Γιατί μόνο σ' αυτήν θα κυβερνήσουν όσοι έχουν στ' αλήθεια πλούτο ― όχι χρυσάφι, αλλά τον πλούτο που είναι απαραίτητο να τον έχει ο ευτυχισμένος άνθρωπος: μια ζωή γεμάτη αρετή και σοφία. Απεναντίας, όταν έρχονται να ασχοληθούν με τα κοινά άνθρωποι φτωχοί και στερημένοι, χωρίς κανένα δικό τους αγαθό στη ζωή, νομίζοντας πως θα 'πρεπε ό,τι καλό τους λείπει να το αρπάξουν από εδώ, τότε δεν κάνουμε τίποτα. Γιατί άμα η εξουσία γίνεται περιμάχητη, ο πόλεμος αυτός, που την αφορά άμεσα και τον έχει μέσα της, τους αφανίζει και αυτούς τους ίδιους αλλά και την υπόλοιπη πόλη.
Πολύ σωστά, είπε.
Ξέρεις εσύ, είπα, κανέναν άλλο τρόπο ζωής που να περιφρονεί τα πολιτικά αξιώματα εκτός από τον τρόπο της ζωής του αληθινού φιλοσόφου;
Μα το Δία όχι, είπε εκείνος.
Ωστόσο είναι ανάγκη στην εξουσία να μην ανέρχονται άνθρωποι που έχουν έρωτα για αυτήν· διαφορετικά οι αντίζηλοί τους θα τους πολεμήσουν.
Ασφαλώς.
Ποιους άλλους λοιπόν θα αναγκάσεις να αναλάβουν τη φύλαξη της πόλης παρά εκείνους που έχουν στοχαστεί όσο κανένας άλλος με ποια μέσα κυβερνιέται καλύτερα η πολιτεία και έχουν δοκιμάσει κι άλλες τιμές και έναν τρόπο ζωής καλύτερον από του πολιτικού ηγέτη;
Κανέναν άλλο, είπε.

Platon: Staten, Sjunde boken, den underjordiska grottan .

Översättning till svenska: Lindskog Claes (Cebers, 1926)

För att nu få en uppfattning om vår natur beträffande dess kunskap eller okunnighet, ber jag dig nu att tänka dig följande bild. Tänk dig människor i en underjordisk grotta; denna har en ingång, som är öppen mot ljuset och lika vid som grottan (som alltigenom i hela sin längd är lika bred). Här vistas de ända från barndomen, bundna med fjättrar som benen och halsen på ett sätt, som gör, att de ej kunna röra sig ur fläcken och endast kunna se rakt fram, men däremot äro oförmögna att vrida huvudet. Ovanför och bakom dem brinner en eld på avstånd, och mellan elden och de fängslade höjer sig en väg, utmed vilken en liten mur är uppförd, liknande det skrank, som taskspelare uppresa mellan sig och folkmassan, och över vilket de visa sina konster.

Jag ser detta.

Tänk dig vidare människor gå utmed denna mur, bärande allehanda redskap, som synas ovanför muren, även som statyer och figurer av sten, trä eller annat material. Och somliga av dessa människor prata naturligtvis, och andra tiga.

Det var en underlig bild och underliga fångar.

Men de äro dock lika oss, sade jag. Ty tror du, att de i denna situation se något annat av sig själva eller av de andra än de skuggor, som av elden kastas på den motsatta väggen av grottan?

Nej, hur skulle de det kunna, om de vore tvungna att under hela sitt liv hålla huvudet orörligt?

Och skulle det ej vara på samma sätt med alla de föremål, som passera förbi dem?

Jo visst.

Och om de vore i stånd att tala med varandra – tror du ej, att de då skulle beteckna dessa skuggor, som de se, som verkliga föremål?

Givetvis.

Antag vidare, att fängelset gåve eko från motsatta väggen. Tror du, att de då, när någon av de förbipasserande talade, skulle anse, att någon annan talade än just den skugga, som skred förbi?

Nej, vid Zevs, det tror jag ej.

Överhuvud skulle alltså sådana människor ej hålla något annat för sant och verkligt än skuggorna av tingen.

Det är alldeles givet.

Tänk dig nu vidare, att man löser dem från deras bojor och botar dem från deras villfarelse + vad blir väl följden? Antag, att man befriar en av dem, och tvingar honom plötsligt stiga upp och vända sig helt om och se mot ljuset. Han skall ej kunna göra allt detta utan smärtor, och på grund av dagern kan han ej uppfatta alla dessa verkligheter, vilkas skuggor han förut såg. Vad tror du, att han skulle säga, om någon förklarade för honom, att han förut hade sett endast gyckelspel, men däremot nu ser riktigare, då han närmat sig det verkliga och vänt sig mot realiteter, och om samma person vidare pekar på vart och ett av det förbipasserande och ber honom säga, vad det ät? Tror du ej, att han skulle bli förvirrad och anse, att det, som han förut såg, vore verkligare än det, som visades honom?

Jo, i hög grad.

Och om han tvang honom att se på själva ljuset, skulle han väl få ont i ögonen, fly bort och vända sig mot sådant, som han är i stånd att se på, och betrakta detta såsom i verkligheten klarare än de föremål, som man nyss visade honom?

Ja.

Och om någon sedan, fortsatte jag, med våld drog honom ut genom den skrovliga och branta öppningen och ej släppte honom, förrän han fört honom ut i solljuset, skulle han ej då känna smärta och förarga sig över att bli dragen ut på det sättet? Och när han kom ut i dagljuset och fick solen i ögonen, skulle han ej kunna se någon enda av de föremål, som nu betecknas som verkliga.

Nej, inte genast.

Han skulle behöva vänja sig, tror jag, om han skulle kunna se i denna övre värld. Till en början skulle han lättast kunna se skuggorna och sedan spegelbilderna i vattnet av människor och andra föremål, och därpå föremålen själva. Så skulle han vidare betrakta himlavalvet och dess fenomen, men göra detta lättare om natten, då han kunde se stjärnornas och månens ljus, än om dagen, då han finge se solen och dess glans.

Ja, naturligtvis.

Och till sist skulle han vara i stånd att se på solen – ej blott dess bild i vatten eller speglad på annat sätt, utan solen själv på dess verkliga plats; och han skulle betrakta den sådan den är.

Givetvis.

Och efter detta skulle han vara färdig att draga den slutsatsen, att det är solen, som åstadkommer år och årstider, och som ordnar och styr allt i den synliga världen, och att den på sätt och vis är orsak till allt, som han och hans kamrater sågo i grottan.

Det är tidligt, att han skulle komma till detta resultat.

Tror du ej vidare, att då han erinrar sig sin första bostad och den vishet, som där fanns, även som sina förutvarande medfångar, han ej då skulle lyckönska sig till förändringen och beklaga de andra?

Jo visst.

Och om de förut i grottan hade sinsemellan bestämt vissa utmärkelser, en viss heder och berömmelse för den, som snabbast kunde uppfatta de förbiskridande skuggorna, och som bäst kunde hålla i minnet, vilka av dem som brukade gå först eller sist eller på samma gång, och som därför även bäst kunde gissa vad som skulle hända sedan – tror du, att han skulle längta tillbaka efter detta och vara avundsjuk på dem, som voro hedrade och mäktiga framför de andra därnere? Eller tror du ej, att han skulle känna det så, som det står hos Homeros, att

hellre jag ute på landet som dräng ville slita för daglön

under en främling, som ingenting ärvt,

och lida vad som helst hellre än att tänka och leva på samma sätt som folket därnere..

Jo, jag tror, att han skulle vilja lida vad som helst hellre än att leva så.

Tänk dig nu ytterligare, fortsatte jag, att en sådan person vänder tillbaka och slår sig ned på sin förra plats. Skulle han ej få sina ögon fyllda av mörker, då han så plötsligt kom ut ur solljuset?

Jo visst.

Och antag, att han ånyo hade att tävla med sina förra medfångar i att bedöma de där skuggbilderna, under det att hans ögon ännu voro skumma och innan ännu blicken hade hunnit att vänja sig vid mörkret därnere (detta skulle jag taga en ganska rundlig tid)! Skulle man ej skratta åt honom och säga, att han efter sin vandring däruppe hade kommit tillbaka med förstörda ögon, och att det visst ej vore värt att försöka gå dit upp? Och om någon försökte att befria dem och föra upp dem i ljuset, skulle de väl döda denne, och de på något sätt kunde få honom i sina händer?

Ja, helt säkert.

Den underjordiska grottan: Konsekvenser med avseende på uppfostran

Översättning till svenska: Lindskog Claes (Cebers, 1926)

Hela denna bild, min käre Glavkon, böra vi nu tillämpa på det förut sagda. Fängelset i grottan är den synliga världen; elden, som upplyser den, är solens kraft; fången, som stiger upp och ser på det, som är däruppe, är själen, som höjer sig till förnuftets värld. På det sättet må du åtminstone tolka min tanke – eftersom du vill höra den – utan att behöva vara rädd för att taga fel. Gud vet väl, om den är sann och riktig. Vad mig beträffar, är min mening den, att i förnuftets värld är det godas idé det yttersta och högsta, och att den endast med svårighet kan ses; men har man en gång sett den, måste man draga den slutsatsen, att den är för alla orsaken och upphovet till allt rätt och skönt; i den synliga världen frambringar den ljuset och ljusets herre, i tankens värld förlänar den sanning och förnuft; och man måste ha skådat denna idé, om man vill handla förnuftigt vare sig offentligen eller i det privata livet.

Jag delar din mening, så mycket jag förstår.

Dela då även min mening på en annan punkt: förundra dig ej över, att de, som komma så långt, ej vilja befatta sig med jordiska angelägenheter, utan att deras själar ständigt sträva att bo i en högre värld. Detta är ju naturligt nog, om vi tänka på vår förut framställda liknelse.

Ja, så är det.

Kan det vidare vara något underligt i, att en person, som från gudomlig åskådande försättes tillbaka till det mänskliga eländet, förefaller tafatt och högst löjlig, då han ännu är skumögd och innan han hunnit att riktigt vänja sig vid det rådande mörkret, och då han blir tvungen att iför domstol eller eljest disputera om det rättas skuggor eller föremål, som kasta dessa skuggor, samt strida om det sätt, varpå dessa uppfattas av dem, som ej någonsin ha sett rättrådigheten själv?

Nej, det är ej det minsta underligt.

Nej, utan om man är förnuftig, skall man komma ihåg, att synförmågan kan störas på två sätt och av två anledningar: när man går från ljus till mörker, och när man går från mörker till ljus. Och man bör betänka, att förhållandet är alldeles detsamma även med själen. När man därför ser en själ, som är förvirrad och ur stånd att se, skall man ej utan vidare le däråt. Nej, man skall undersöka om den kommer från ett ljusare liv och har svårt att se av ovana vid mörker, eller om den i stället kommer från okunnighetens mörker till större ljus och därvid blir bländat av den starka dagern. Och den ene skall man prisa lycklig för hans tillstånd och för hans liv, den andre skall man beklaga. Och om man vill le åt denne senare, skall löjet i det fallet vara mera berättigat, än om det riktar sig mot den människa, som återvänder från ljusets nejder hit ner.

Alldeles riktig.

Om nu detta är sant, måste vi hysa den uppfattningen, att uppfostran och undervisning ej är sådan, som somliga påstå. De säga nämligen, att om det ej finns kunskap i själen, kunna de likväl lägga in en sådan, ungefär som om man ville lägga in syn i blinda ögon.

Ja, de påstå detta.

Men vad vi nu ha sagt visar tvärtom, att var och en har förmåga att lära och har ett redskap för kunskapen; och alldeles som man ej kunde vända ögat från mörker till ljus utan genom att vända hela kroppen, måste detta själens redskap vändas i förening med hela själen från att se på det, som födes och blir till, till att se på det varande, så att det lär sig att uthärda anblicken av det varandes mest glänsande punkt. Och denna punkt är det goda. Inte sant?

Jo.

Den egentliga konsten härvidlag ligger således i att finna det lättaste och säkraste sättet för att åstadkomma denna vändning. Det är således ej fråga om att inplanta synförmågan, ty den finns där redan, utan att åstadkomma en rättelse så till vida, som själen ej är vänd åt rätt håll och ej ser i rätt riktning.

Ja, det är riktigt nog.

Själens övriga dygder, som de kallas, tyckas vara tämligen likadana som kroppens. Ty även om de ej från början funnos där, synas de sedermera genom vana och övning kunna inpräglas. Men insiktens dygd tyckes mera än något annat innehålla ett gudomligt element, som aldrig förlorar sin kraft, men som genom att vändas i en bestämd riktning kan bliva gagnelig och till välsignelse. Genom att vändas i motsats riktning kan den å andra sidan bliva onyttig och fördärvlig. Eller har du ännu ej givit akt på, hur det är med dessa människor, som man brukar kala förslagna skurkar: deras eländiga själ ser med genomträngande skärpa mot det håll. Ditt den är riktad, deras syn är allt annat än svag men den är nödsakad att tjäna ondskan, och därför gör den så mycket mera ont, ju skarpare den ser.

Alldeles så.

Men om nu en dylik natur redan i barndomen hade blivit klippt och tuktad, och om den hade blivit befriad från de sinnliga njutningar, såsom mat och dryck, vilka likt blytyngder hänga fast vid själen redan från födelsen och draga dess blick nedåt? Om den således befriades från allt detta och vändes mot sanningen, så skulle denna samma människa se hän mot det sanna med samma skarpa blick, varmed hon nu ser hän mot det falska.

Det är rimligt nog.

Den underjordiska grottan: Konsekvenser med avseende på statens ledning.

Översättning till svenska: Lindskog Claes (Cebers, 1926)

Och är det inte också rimlig nog, eller rättare en nödvändig konsekvens av det föregående, att statens vård och ledning aldrig bör lämnas åt personer, som äro utan bildning och utan erfarenhet om sanningen – men att den ej heller bör lämnas åt dem, som man låter tillbringa hela sitt liv oavbrutet med att syssla med sin utbildning. Ty det förra ha ej i livet något bestämt mål, som de måste ha till ögon märke i allt sitt offentliga eller privata görande; och de senare skola ej av fri vilja åtaga sig någon praktisk verksamhet, då de tydligen tro, att de redan här i livet dväljas på de saligas öar.

Det är sant.

Det tillhör således oss i vår egenskap av statens grundläggare att tvinga de av naturen bäst utrustade människorna att nå fram till denna kunskap, som vi i det föregående ha betecknat som de största av alla: att stiga upp på den väg, som vi ha avgivit, för att där skåda det goda; men när de ha kommit upp och sett tillräckligt, böra vi ej tillåta dem, vad vi nu göra.

Vad då?

Jo, att stanna kvar där uppe och ej vilja stiga ner till fångarna därnere eller taga del i deras mödor och hedersbetydelser, de må nu vara värda något eller ej.

Skola vi då, menar du göra dem orätt och giva dem sämre liv, ehuru de kunde leva ett bättre?

Du har nu ånyo glömt, min vän, att lagens tanke ej var den att göra en klass i staten lyckligare än de andra, utan att skapa lycka i hela staten genom att knyta samman medborgarna både med tvång och genom övertygelse och komma dem att dela med sig åt varandra av den nytta, som var och en förmår att göra det allmänna; därför satte lagen dylika personer i staten, ej för att låta dem fritt syssla med det, som en var ville, utan för att använda dem till att knyta staten samma.

Du har rätt, det hade jag ju glömt.

Betänk således, Glavkon, att vi härmed ej alls göra våra filosofer någon orätt, nej vi har rätt i våra ord, när vi nödga dem att taga de andra i sin vård och sitt beskydd. Vi skola nämligen säga dem, att i andra stater ha folk av deras art all rätt att undandraga sig de politiska bestyren. Ty de ha där utbildat sig själva, oberoende av och i strid emot där rådande styrelsesätt. Men det, som har spirat upp av sig självt och ej har någon att tacka för sin växt, behöver ej heller att visa någon tacksamhet mot någon för sin fostran. Men vi ha däremot låtit eder växa upp till edert eget lika väl som till statens bästa, såsom visar och styresmän i bikupan, och vi ha uppfostrat eder bättre och fullkomligare än de övriga och mera skickade till edert dubbla värv. Så bör då var och en av er i tur och ordning stiga ned till de övrigas gemensamma bostad, och där bör han vänja sig vid att skåda det dunkla. Ty när vi väl ha vant eder därvid, skola ni tusen gånger bättre än de andra, som bor där, se och uppfatta alla dessa bilder och vad de föreställa, därför att ni ha sett det sköna, rätta och goda i deras sanning. Och så skall för eder likaväl som för oss vår stat bliva en verklighet; och den skall ej bliva en dröm, som fallet nu är med det stora flertalet stater, där man kämpar med varandra om skuggor och kivas om makten, liksom vore den något så särdeles gott. Men sanningen är den, att den stat, där de styrande ej ha någon som helst lust att regera, är den bästa och endräktigaste, men raka motsatsen är förhållandet med den stat, där de styrande ha motsatt uppfattning.

Alldeles riktig.

Tror du då, att våra lärjungar, skola vara ohörsamma, när de höra detta, och vägra att – var och en i sin tur – taga del i statens bestyr, utan i stället vilja tillbringa större delen av sitt liv i en högre och renare värld?

Omöjligt. Ty det är ju en rättvis fordran, som vi ställa till rättrådiga män. Utan minsta tvivel skall var och en av dem gå till regeringen såsom till en nödtvungen plikt – alldeles rakt motsatt mot vad de styrande i de olika staterna nu göra.

Ja, så är det, min vän, sade jag. Om du för dina styresmän kan finna ett liv, som är bättre än ett liv i makt, är det möjligt, att staten kan bliva väl styrd. Ty det är den enda stat, där styrelsen tillfaller dem, som äro rika i sanning: de som alltså äro rika ej på guld utan på det, vari en lycklig människas rikedom består: ett ädelt och förnuftigt liv. Men om tiggare och personer, som äro giriga efter egen fördel, ägna sig åt det offentliga i den tron, att de måste stjäla sig någon vinst därav, så är det slut med ordningen. Ty när makten blir föremål för strid, förstör det inbördes kriget mellan medborgarna både dem själva och staten.

Alldeles sant.

Men vet du något annat liv, som med förakt ser ned på den politiska makten, än livet i den sanna filosofen?

Nej, vid Zevs.

Och de, som ej älska makten, måste ju åtaga sig makten. Ty i annat fall skulle det bli rivalitet och strid om den.

Ja, naturligtvis.

Vilka personer skall du således nödga att bli statens väktare om ej just dem, som ha den största insikten om statens förvaltning, och som samtidigt åtnjuta annan heder och leva ett bättre liv än vad politiken bjuder på?

Nej just dessa.