Nobelpristagarna, Giorgos Seferis och Odysseas Elytis

Jag saknar deras installationstal på svenska. Istället hänvisar jag Dig till Nobelprise.org, där du får dokumenten både på engelska och franska.

1963 Giorgos Seferis, Grekland
”för hans framstående lyriska diktning, inspirerad av djup känsla för den hellenska kulturvärlden”


1979 Odysseus Elytis, Grekland
”för hans poesi som mot bakgrund av grekisk tradition med sinnlig styrka och intellektuell klarsyn levandegör en modern människas kamp för frihet och skapande”

Γ. Σεφέρης seferiselytisΟδ. Ελύτης

Οι ποιητές, Γιώργος Σεφέρης (10-12-1963) και Οδυσσέας Ελύτης (10-12-1979) στη Στοκχόλμη για την παραλαβή των βραβείων Νομπέλ στη Λογοτεχνία.

  • Η ομιλία του Γιώργου Σεφέρη
  • Συνάντηση του Γ.Σεφέρη με τον Ingmar Bergman
  • Η ομιλία του Οδυσσέα Ελύτη

Η ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την απονομή του βραβείου Νομπέλ στη Λογοτεχνία

Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963

Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να - εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα-πρώτα από τον εαυτό μου.

Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που μας χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. Ο ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμα πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: "Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα" λέει ο Ηράκλειτος, "ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν".

Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου (εννοεί τον Μακρυγιάννη), των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: "...θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε..." Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριανταπέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα, και τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό, η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούσει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη να αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός:

να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής,

για να θυμηθώ τον Σέλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νόμπελ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.

Σ’ αυτόν τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου κι αν βρίσκεται.

Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα.

Το κείμενο στα Ελληνικά από τον Τόμο "Ένας αιώνας Νόμπελ. Οι ομιλίες των συγγραφέων που τιμήθηκαν με το Βραβείο Νόμπελ στον 20ό αιώνα", (Επιμέλεια-Επίλογος: Θανάσης Θ. Νιάρχος), εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2001

Ingmar Bergman – Γιώργος Σεφέρης

Ταυτότητα καρδιάς

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 8/2/1964, Συνέντευξη Λένας Σαββίδη
(Αναδημοσίευση Πρόσωπα 21ος αι. έτος 2ο, 3/2/2001)

Οι Σουηδοί θέλουν, την «εβδομάδα Νομπέλ» ο καλεσμένος να ζήσει σαν σε παραμύθι. Δεν υπάρχει επιθυμία του που να την εκφράσει και να μην εκπληρωθεί. Ρώτησαν λοιπόν τον Σεφέρη όταν βραβευόταν το Δεκέμβριο του 1963: «Θέλετε να γνωρίσετε κανέναν Σουηδό;». Και ο Σεφέρης, χωρίς δισταγμό απάντησε πως ναι, θα επιθυμούσε πολύ να γνωρίσει έναν Σουηδό, του οποίου τα έργα τον είχαν ενδιαφέρει: Τον Ingmar Bergman.

Δύο - τρία τηλεφωνήματα και την Κυριακή τ’ απόγευμα στις 4 ο Bergman μας περίμενε στο γραφείο του, στο Εθνικό Θέατρο που διευθύνει εδώ και λίγους μήνες. Από τις πρώτες κουβέντες νιώσαμε πως κάτι συμβαίνει. «Ταυτότης αντιλήψεων»; «Σύμπτωση ιδεών»; Οι εκφράσεις αυτές μου φαίνονται φτωχές για κείνη την όμοια οδυνηρή αγάπη που είχαν για τον τόπο τους, για μια κοινή ρίζα αισθημάτων, «μια ταυτότητα καρδιάς» θα έλεγα. Κι έναν «τρόπο καρδιάς». Μίλησαν πολύ. (σ.σ. Παρόντες και η Μαρώ Σεφέρη, ο Γ.Π. Σαββίδης και ο Store Linnér). Δεν βρισκόμουν εκεί με την ιδιότητα του δημοσιογράφου: ούτε μαγνητόφωνο κρατούσα, ούτε φωτογραφική μηχανή / ούτε καν σημειωματάριο. Και οι σημειώσεις που ακολουθούν είναι γραμμένες εκ των υστέρων. Εκείνη τη στιγμή παρακολουθούσα, έκθαμβη, την σύμπτωση ενός τόσο μεσογειακού μ΄ έναν τόσο βόρειο. Ψηλός, λιγνός, νεανικός, μ΄ ένα αιχμηρό προφίλ και σκληρή, νευρώδη ευγένεια, μας υποδέχτηκε με γοργές άνετες κινήσεις. Είχαμε περάσει από έναν λαβύρινθο δωματίων που ήσαν γεμάτα τηλέφωνα, διαδρόμων, ανελκυστήρων, και βρεθήκαμε ξαφνικά σ΄ ένα μεγάλο μισοσκότεινο δωμάτιο – το γραφείο του. Ψηλά ταβάνια, χαμηλά καθίσματα, στον τοίχο δυο προτρέτα ηθοποιών του περασμένου αιώνα. Καθίσαμε σε δυο αντικριστούς καναπέδες. Κάθισε και κείνος και διαρκώς έπαιζε με τα χέρια του. Είναι 45 χρονών, μοιάζει 35. Η κουβέντα άρχισε αμέσως.

ΣΕΦΕΡΗΣ: Έχετε έρθει στην Ελλάδα;

BERGMAN: Όχι. Και είναι ένα ταξίδι που θέλω να κάνω. Γενικά όμως δεν μ΄ αρέσει να ταξιδεύω. ¨Όταν φεύγω από τον τόπο μου νιώθω σαν να με ξεριζώνουν, αβέβαιος. Θεωρώ τα ταξίδια επικίνδυνα. Κι όταν φτάνω στο αεροδρόμιο, είμαι πάντα έντρομος.

ΣΕΦΕΡΗΣ: Α, τ’ αεροδρόμιο είναι σαν τόπος εκτελέσεως! Κι εγώ αισθάνομαι πως όταν ταξιδεύω, σπαταλώ τον εαυτό μου. Γι’ αυτό, όταν βρίσκομαι σε ξένη χώρα, δεν προσπαθώ να τα βλέπω όλα. Μ’ αρέσει να περιορίζω. Να βλέπω ανθρώπους και πράγματα που μ΄ ενδιαφέρουν, να κουβεντιάζω μ’ ανθρώπους και ν’ ανταλλάζομε ιδέες. (Κοιτάζει γύρω του). Πείτε μου, έχετε πολλή διοικητική δουλειά εδώ;

BERGMAN: Ε, ναι… και σε μια μεριά της ψυχής μου υπάρχει ο γραφειοκράτης.

ΣΕΦΕΡΗΣ: Τι όμορφο να μιλάτε για την ψυχή σας σαν να ‘ναι ένας χάρης όπου σημειώνετε ακριβώς πού βρίσκεται ο γραφειοκράτης! Μα με τους ηθοποιούς έχετε δυσκολίες;

BERGMAN: Όχι… Βέβαια, καμιά φορά τυχαίνει να συζητάμε επί δύο ώρες για το χρώμα ενός ρούχου που δεν αρέσει σ΄ εκείνον που πρόκειται να το φορέσει. Κυρίως όμως μ’ ενδιαφέρουν τα νέα παιδιά, εκείνα που έρχονται με νέες ιδέες, που προβληματίζονται, που προσπαθούν να ‘ναι συγχρόνως καλοί στην πρόζα, στο χορό, στο τραγούδι…

ΣΕΦΕΡΗΣ: Τι δίκιο που έχετε. Και τι έργο ανεβάζετε;

BERGMAN: Διάφορα. Διαφόρων ειδών. Βρίσκω πως έχει ενδιαφέρον ν’ ανεβεί άρια όχι μόνο ένα κλασικό έργο, αλλά και τo West Side Story, o Offenbach. Δεν θ’ ανέβαζα όμως Σνίτσλερ, δεν έχει κανένα ενδιαφέρον, καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Πριν από λίγο, είχα ανεβάσει ένα αμερικάνικο έργο, το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ». Οι κριτικοί είπαν ότι παρακολούθησαν μια εξαίρετη παράσταση ενός κακού έγου. Εγώ δεν συμφωνώ. Αν ένα έργο έχει καλούς ρόλους και καταφέρνει να κρατήσει το κοινό καθηλωμένο 3 ½ ώρες, δεν μπορεί να είναι κακό. Θα ‘χει κάτι, που ίσως διαφεύγει στους κριτικούς.

ΣΕΦΕΡΗΣ: Δοκιμάσατε να γράψετε θέατρο ποτέ;

BERGMAN: Ε, φυσικά, έτσι ξεκίνησα. Μα οι κριτικοί μου κάνανε τέτοια υποδοχή που στράφηκα στον κινηματογράφο για να εκφραστώ. Εσείς γράψατε ποτέ θέατρο;

ΣΕΦΕΡΗΣ: Όχι, αλλά δεν ξέρω, στα ποιήματά μου νομίζω πως υπάρχει κίνηση, πολλά θα μπορούσαν να είναι θεατρικά έργα. Αλλά για να γράψω θέατρο, θα ΄θελα ν’ αρχίσω από την αρχή, από το έμψυχο υλικό από τους ηθοποιούς. Θα ‘θελα ν’ αρχίσω από τα σανίδια. Και η ζωή μου δεν ήταν κατάλληλη.

BERGMAN: (ενθουσιώδης): Ναι, ναι έτσι είναι σωστό, έτσι πρέπει. Κι εγώ από κει ξεκίνησα.

ΣΑΒΒΙΔΗΣ: Φαντάζομαι πως αυτός είναι ένας από τους λόγους που χρησιμοποιείτε τόσο συχνά στις ταινίες σας τους ίδιους ηθοποιούς.

BERGMAN: Μα ναι, ακριβώς… Ξέρετε μου ζήτησαν ν’ ανεβάσω έργα στο Παρίσι, στο Αμβούργο. Δεν δέχτηκα όμως. Δεν μπορεί κανείς να δουλέψει σωστά με μια γλώσσα που δεν είναι δική του. Η γλώσσα είναι σαν μουσική. Πρέπει το αυτί να μπορεί να πιάνει κάθε της απόχρωση.

ΣΕΦΕΡΗΣ: Τώρα αφήσατε τον κινηματογράφο και εκφράζεστε πια με το θέατρο;

BERGMAN: Όχι, όχι. Στο θέατρο είμαι το ροδάκι κάποιας μηχανής. Προσπαθώ ν’ ακούσω το έργο και να εκφράσω το έργο. Τον κινηματογράφο δεν τον εγκατέλειψα. Τον μεταχειρίζομαι για να επικοινωνώ. Είναι η γλώσσα μου. Μ’ αυτόν εκφράζομαι.

ΣΑΒΒΙΔΗΣ: Σκεφτήκατε ποτέ να χρησιμοποιήσετε χρώμα στον κινηματογράφο;

BERGMAN: Ναι, έκανα μια δοκιμή φέτος το καλοκαίρι, μα δεν μ’ αρέσει να τη σκέφτομαι. Για να χρησιμοποιηθεί το χρώμα, θα ‘πρεπε να δουλέψει κανείς εντελώς έξω από το νατουραλισμό.

ΣΑΒΒΙΔΗΣ: Σαν το χρώμα στο β΄ μέρος του Ιβάν;

BERGMAN: Όχι. Έπειτα με το μαύρο, άσπρο, μπορείς να πεις τι θέλεις, είναι θαυμάσιο και αρκετό. Το μεγάλο κακό, ο μεγάλος κίνδυνος στην τέχνη είναι ο δογματισμός.

ΣΕΦΕΡΗΣ: Ναι, αλλά ο κόσμος τον ζητά. Το ένιωσα σε μια πρες – κόνφερανς που έδωσα: μου το ζητούσαν! Οι άνθρωποι αισθάνονται πιο σίγουροι.

BERGMAN: ναι, βέβαια, καθησυχάζουν. Εμείς οι καλλιτέχνες τους εμποδίζομε να αισθάνονται μακάριοι. Ενώ ο δογματισμός δίνει τόση σιγουριά! Και είναι πιο φανερός στον τομέα της μουσικής. Όταν λ.χ. έρχονται και σου λεν πως ο Μπαχ πρέπει να παίζεται μόνο με μουσικά όργανα γνωστά στην εποχή του. Μα τότε, δεν παίζονται τα έργα του σε σημερινές αίθουσες συναυλιών, γιατί τα όργανα αυτά δεν ακούγονται, είναι πολύ αδύναμα. Τούτα τα πράγματα τα κουβεντιάζω συχνά με τη γυναίκα μου. Είναι μουσικός κι έχουμε τις ίδιες ιδέες. Και τι χαρά ήταν εκείνη για εμάς όταν, πριν από δύο χρόνια, ήρθε ο Στραβίνσκι εδώ! Θα νόμιζε κανείς ότι ο Στραβίνσκι είναι ο κατ’ εξοχήν δογματικός. Και όχι! «Έφτασα ευτυχώς», μας είπε, «στην ηλικία που να μπορώ να ομολογήσω ότι μ’ αρέσει η Valse του Μπραμς». Κι έπειτα, κάθισε με τη γυναίκα μου και μίλησαν για Σούμαν, Σούμπερτ… Καμιά φορά, νιώθω τη Στοκχόλμη τόσο επαρχιακή.

ΣΕΦΕΡΗΣ: Μην το λέτε. Κάποτε, ένας φίλος μου μού είπε πως το Λονδίνο του φαινόταν επαρχία. «Πού είναι η πρωτεύουσα;» τον ρώτησα.

BERGMAN: Ναι, μα εδώ οι εφημερίδες, ο Τύπος μας είναι επικίνδυνος. Δεν έχουμε παράδοση. Και είμαστε ένας ελεύθερος τόπος, ελεύθερος όπως είναι η Αγγλία, και όπως δεν είναι Γαλλία. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε. Και ο Τύπος μας είναι επικίνδυνος – καλλιτεχνικά εννοώ. Δεν έχουν κριτήρια παρά μόνον αόριστα.

ΣΕΦΕΡΗΣ: Παντού στον κόσμο συμβαίνει αυτό. Δεν είναι μόνο εδώ. Η αοριστία είναι παντού.

BERGMAN: Στον τόπο μου οι άνθρωποι δεν αισθάνονται καλά. Νομίζω πως φταίει η παιδεία μας. Μας ζητάν, μας μαθαίνουν να ζητάμε από τον εαυτό μας περισσότερα από ό,τι μπορούμε να δώσουμε.

ΣΕΦΕΡΗΣ: Μα πάντα δεν το ζητάμε αυτό από τον εαυτό μας;

BERGMAN: Ναι αλλά δεν πρέπει να στο μαθαίνουν στο σχολείο. Πρέπει, αργότερα, να το βρίσκεις μόνο σου, στην ψυχή σου μέσα. Τώρα, όλοι είναι δυσαρεστημένοι. Και πώς να το εξηγήσεις; Εδώ και δυο γενιές, ο τόπος αυτός είχε πολύ λιγότερους κατοίκους. Κι έμεναν στην εξοχή, μακριά ο ένας από τον άλλο. Κι ο καθένας ήταν βασιλιάς στην περιοχή του. Τώρα μαζεύτηκαν όλοι, στριμώχτηκαν σε δύο μεγάλες πόλεις και αισθάνονται άσχημα.

ΣΑΒΒΙΔΗΣ: μία προσωπική ερώτηση. Δυο φορές στη συνομιλία σας αυτή αναφέρατε τη λέξη ψυχή. Στην Ελλάδα βέβαια αυτό συνηθίζεται. Στην Αγγλία θα ήταν αδιανόητο. Στη Σουηδία τι συμβαίνει; Μιλάτε καθημερινά για την ψυχή ή είναι δικό σας πρόβλημα;

BERGMAN: Δικό μου πρόβλημα, θα ‘λεγα. Εργάζομαι επαγγελματικά πάνω στην ψυχή.

ΣΕΦΕΡΗΣ: Πέστε μου, αγαπάτε τον τόπο σας

BERGMAN: Ναι, πολύ.

ΣΕΦΕΡΗΣ: Και εγώ έχω μια αγάπη για τη γη όπου φύτρωσα.

BERGMAN: Κι εγώ. Δεν θα ‘θελα να είμαι πουθενά αλλού. Με πληγώνουν οι δυσκολίες του τόπου μου. Αγαπώ τους ανθρώπους με τις περιπλοκές τους. Πιστεύω πως τους καταλαβαίνω, γιατί από τη μεριά του πατέρα μου, φτάνουμε μέχρι τον 16ο αιώνα χωρικοί και κληρικοί. Και νοιώθω υπεύθυνος για ό,τι συμβαίνει εδώ.

ΣΕΦΕΡΗΣ: Ναι, σας καταλαβαίνω. Κι εγώ, αν μου επιτρέπετε μια προσωπική ομολογία, νοιώθω το ίδιο.

BERGMAN: Είμαστε και οι δυο καλλιτέχνες, είναι η μοίρα μας να κάνουμε προσωπικές ομολογίες αλλιώς θα καθόμαστε εδώ να λέμε ανοησίες.

ΣΕΦΕΡΗΣ: Μ΄ αρέσει να βρίσκω ανθρώπους, σ’ άλλη γωνιά της γης, που να αισθάνονται σαν κι εμένα.

BERGMAN: Στο Piccolo Theatro του Μιλάνου, στο Αμβούργο, νοιώθω σαν στο σπίτι μου, γιατί οι άνθρωποι εκεί αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα με μας εδώ. Και η γυναίκα μου λέει πώς πάντα μπορεί να επικοινωνήσει με άλλους μουσικούς.

ΣΕΦΕΡΗΣ: Στην κατοχή, βρέθηκα στη Μέση Ανατολή. Και σ’ αυτή τη μαύρη εποχή, το μόνο πράγμα που με παρηγορούσε ήταν η σκέψη πως κάπου στον κόσμο θα υπάρχουν άνθρωποι που θα σκέφτονταν και θα έλπιζαν για τα ίδια πράγμα τα με μένα.

ΛΙΝΝΕΡ: Ingmar, ποια παλιά σου ταινία θα μας συμβούλευες να δούμε;

BERGMAN: Οι παλιές μου ταινίες είναι κάτι το περασμένο. Βρίσκονται κάπου πίσω μου, μέσα στο σκοτάδι. Δεν μου ανήκουν πια. Εσείς πως νιώθετε για τα ποιήματά σας;

ΣΕΦΕΡΗΣ: Έτσι είναι και για μένα. Με πονάν, με αφορούν όσο βρίσκονται ακόμα πάνω στο γραφείο μου και τα διορθώνω. Μετά, όταν τυπωθούν, τα ξεχνώ.

BERGMAN: Έτυχε να χρειαστεί να ξαναδουλέψω παλιές μου ταινίες. Ήταν φρίκη.

ΣΕΦΕΡΗΣ: Δεν φαντάζεστε πόσο υποφέρω, όταν έρχονται μεταφραστές και με ρωτάν για το ένα ή το άλλο ποίημα. Αισθάνομαι να με δέρνουν ζωντανό.

Σηκωθήκαμε να φύγουμε κι ο Σεφέρης, μ’ ένα χαμόγελο, γυρνά προς τον Bergman.

Ingmar, ξέρεις τι μου είπε η γυναίκα μου τούτη τη στιγμή; Πως εσύ είσαι ο Άριελ, κι εγώ ο Κάλιμπαν.

Μια λάμψη στα μάτια του Bergman καθώς απαντούσε:

«Giorgo, δεν ξέρω για τον Άριελ, εσύ πάντως είσαι ο Πρόσπερο»

Ο Λόγος του Οδυσσέα Ελύτη στη Σουηδική Ακαδημία

Στοκχόλμη, 8 Δεκεμβρίου 1979

«ΑΣ μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας.

Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ.

Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του.

Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα.

Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ' αντικείμενα σ' όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία.

Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια-ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Οπως επίσης, ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλλουν το «θείο».

Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση, μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε πιστεύω ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση.

Όχι ν' αρκεστεί στο «νυν έχον» αλλά να επεκταθεί στο «δυνατόν γενέσθαι».

Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε. Ίσως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν. Ίσως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται. Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα. Και όμως. Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους.

Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο.

Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός -η μόνη ίσως οδός- προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει.

Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ' αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια.

Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν' αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν. Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ' αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών.

Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μες από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ' αυτή τη γη.

Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το «δέσιμο» που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν» η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ' αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε.

Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε εποχές υγιείς το κάλλος ταυτίσθηκε με το αγαθόν και το αγαθόν με τον Ήλιο. Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως, τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά που -όπως ακριβώς στους φυσικούς νόμους- τα αντίθετά τους έρχονται να πληρώσουν τη θέση τους.

Κι αυτό, με τέτοιον τρόπο που τελικά το δημιουργημένο αποτέλεσμα να στηρίζεται και στις δύο πλευρές, θέλω να πω στο «εδώ» και στο «επέκεινα». Ο Ηράκλειτος δεν είχε ήδη μιλήσει για μιαν «εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην»; Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν. Η ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέραν από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτή την αναπνοή.

Πως να μην αναφερθώ εδώ πέρα στον Φρειδερίκο Χαίλντερλιν, τον μεγάλο ποιητή που με το ίδιο πνεύμα εστράφηκε προς τους Θεούς του Ολύμπου και προς τον Ιησού; Η σταθερότητα που έδωσε σ' ένα είδος οράματος είναι ανεκτίμητη. Και η έκταση που μας αποκάλυψε μεγάλη. Θα έλεγα τρομακτική. Αυτή άλλωστε είναι που τον έκανε, όταν μόλις ακόμη άρχιζε το κακό που σήμερα μας πλήττει, ν' ανακράξει: Wozu Dichter in durftiger Zeit!

Οι καιροί φευ εστάθηκαν ανέκαθεν για τον άνθρωπο durftiger. Αλλά και η ποίηση ανέκαθεν λειτουργούσε. Δύο φαινόμενα προορισμένα να συνοδεύουν την επίγεια μοίρα μας και που το ένα τους αντισταθμίζει το άλλο. Πως αλλιώς. Αφού και η νύχτα και τ' άστρα εάν μας γίνονται αντιληπτά είναι χάρη στον ήλιο.

Με τη διαφορά ότι ο ήλιος, κατά τη ρήση του αρχαίου σοφού, εάν υπερβεί τα μέτρα καταντά «ύβρις». Χρειάζεται να βρισκόμαστε στη σωστή απόσταση από τον ηθικόν ήλιο, όπως ο πλανήτης μας από τον φυσικόν ήλιο, για να γίνεται η ζωή επιτρεπτή. Μας έφταιγε άλλοτε η αμάθεια. Σήμερα μας φταίει η μεγάλη γνώση. Δεν έρχομαι μ' αυτά που λέω να προστεθώ στην μακρά σειρά των επικριτών του τεχνικού μας πολιτισμού. Μια σοφία παλαιή όσο και η χώρα που μ' εξέθρεψε, μ' εδίδαξε να δέχομαι την εξέλιξη, να χωνεύω την πρόοδο μαζί με όλα της τα παρεπόμενα, όσο δυσάρεστα και αν μπορεί να είναι αυτά.

Τότε όμως η ποίηση; Τί αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση. Και ακριβώς, η εφετινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με την χαριστική αντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών.

Είναι, το ξέρω, άτοπο ν' αναφέρεται κανείς σε προσωπικές περιπτώσεις. Και ακόμη πιο άτοπο να παινά το σπίτι του. Είναι όμως κάποτε απαραίτητο, στο βαθμό που αυτά βοηθούν να δούμε πιο καθαρά μιαν ορισμένη κατάσταση πραγμάτων. Και είναι σήμερα η περίπτωση. Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ' όλ' αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μία Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. -χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρυσμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση.

Η σφαίρα που σχηματίζει η νέα ελληνική ποίηση έχει, θα μπορούσε να πει κανείς, όπως κάθε σφαίρα δύο πόλους: τον βόρειο και τον νότιο. Στον ένα τοποθετείται ο Διονύσιος Σολωμός που από την άποψη της εκφραστικής επέτυχε -προτού υπάρξει ο Mallarme στα ευρωπαϊκά γράμματα- να χαράξει με άκρα συνέπεια και αυστηρότητα την αντίληψη της καθαρής ποίησης με όλα της τα παρεπόμενα: να υποτάξει το αίσθημα στη διάνοια, να εξευγενίσει την έκφραση και να δραστηριοποιήσει όλες τις δυνατότητες του γλωσσικού οργάνου προς την κατεύθυνση του θαύματος. Στον άλλο πόλο, τοποθετείται ο Κ. Π. Καβάφης, αυτός που παράλληλα με τον T.S. Eliot έφτασε στην άκρα λιτότητα, στη μεγαλύτερη δυνατή εκφραστική ακρίβεια, εξουδετερώνοντας τον πληθωρισμό στη διατύπωση των προσωπικών του βιωμάτων.

Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινήθηκαν οι μεγάλοι μας άλλοι ποιητές, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο προς το έν ή το άλλο από τα δύο άκρα. Αυτή είναι μια πρόχειρη και όσο γίνεται πιο σχηματική χαρτογράφηση του νεοελληνικού ποιητικού λόγου. Το πρόβλημα για μας που ακολουθήσαμε ήταν να επωμιστούμε τα υψηλά διδάγματα που μας κληροδότησαν και, ο καθένας με τον τρόπο του, να τ' αρμόσουμε πάνω στη σύγχρονη ευαισθησία. Πέραν από τα όρια της τεχνικής, οφείλαμε να φτάσουμε σε μια σύνθεση που από το ένα μέρος ν' αναχωνεύει τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης και από το άλλο να εκφράζει τα κοινωνικά και ψυχολογικά αιτήματα της εποχής μας. Με άλλα λόγια, να φτάσουμε να προβάλλουμε τον τύπο του «Ευρωπαίου-Έλληνα». Δεν μιλώ για επιτυχίες μιλώ για προσπάθειες. Οι κατευθύνσεις είναι που έχουν σημασία για τον μελετητή της λογοτεχνίας.

Πώς όμως ν' αναπτυχθούν οι κατευθύνσεις αυτές ελεύθερα όταν οι συνθήκες της ζωής είναι στις ημέρες μας εξοντωτικές για τον δημιουργό; Και πως να διαμορφωθεί η πνευματική κοινότητα όταν οι φραγμοί των γλωσσών ορθώνονται αξεπέραστοι; Σας γνωρίζουμε και μας γνωρίζετε από το 20 ή έστω το 30% που απομένει ύστερα από την μεταγλώτισση. Ειδικά εμείς όλοι, όσοι κρατάμε από μια συγκεκριμένη παράδοση και αποβλέπουμε στα θαύματα του λόγου, στον σπινθήρα που τινάζουν εκάστοτε δύο λέξεις κατάλληλα τοποθετημένες, παραμένουμε βουβοί, αμετάδοτοι. Πάσχουμε από την έλλειψη μιας κοινής γλώσσας. Και ο αντίκτυπος απ' αυτή την έλλειψη -αν ανεβούμε την κλίμακα- σημειώνεται ακόμη και στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της κοινής μας πατρίδας, της Ευρώπης.

Λέμε, και το διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ότι ζούμε σ' ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θα έλεγα τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης, προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή.

Για τον ποιητή - μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αληθές -η μόνη κοινή γλώσσα που αισθάνεται να του απομένει είναι οι αισθήσεις. Εδώ και χιλιάδες χρόνια, ο τρόπος που αγγίζονται δύο σώματα δεν άλλαξε. Μήτε οδήγησε σε καμιά σύγκρουση όπως οι εικοσάδες των ιδεολογιών που αιματοκύλισαν τις κοινωνίες μας και μας άφησαν με αδειανά χέρια.

Ομως όταν μιλώ για αισθήσεις δεν εννοώ το προσιτό, πρώτο ή δεύτερο, επίπεδό τους. Εννοώ το απώτατο. Εννοώ τις «αναλογίες των αισθήσεων» στο πνεύμα. Ολες οι τέχνες μιλούν με ανάλογα. Μια οσμή μπορεί να είναι ο βούρκος ή η αγνότητα. Η ευθεία γραμμή ή η καμπύλη, ο οξύς ή ο βαθύς ήχος, αποτελούν μεταφράσεις κάποιας οπτικής ή ακουστικής επαφής. Όλοι μας γράφουμε καλά ή κακά ποιήματα κατά το μέτρο που ζούμε και διανοούμαστε με την καλή ή την κακή σημασία του όρου. Μια εικόνα πελάγους από τον Όμηρο φτάνει άθικτη ως τις ημέρες μας. Ο Rimbaud την αναφέρει σαν mer melee au soleil και την ταυτίζει με την αιωνιότητα. Ενα κορίτσι που κρατάει ένα κλώνο μυρτιάς από τον Αρχίλοχο επιβιοί σ' έναν πίνακα του Matisse και μας καθιστά πιο απτή την αίσθηση, τη μεσογειακή, της καθαρότητας.

Εδώ αξίζει να σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και μία παρθένος της βυζαντινής εικονογραφίας, δεν διαφέρει πολύ. Παρά ένα κάτι ελάχιστο, συχνά, το εγκώσμιο φως γίνεται υπερκόσμιο και τανάπαλιν. Μια αίσθηση που μας δόθηκε από τους αρχαίους και μια άλλη από τους μεσαιωνικούς έρχονται να γεννήσουν μια τρίτη που τους μοιάζει όπως το παιδί στους γεννήτορές του.

Μπορεί η ποίηση ν' ακολουθήσει έναν τέτοιο δρόμο; Οι αισθήσεις μες απ' τον αδιάκοπο καθαρμό τους να φτάσουν στην αγιότητα; Τότε η αναλογία τους θα επαναστραφεί επάνω στον υλικό κόσμο και θα τον επηρεάσει.

Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους durftiger είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ' όλ' αυτά βρίσκεται στα χέρια μας».

Από την www.kathimerini.gr

.