logoL
homecontact
Ελληνοσουηδικές Όψεις
Svenska Grekiska Perspektiv


ΘΕΑΤΡΟ

AUGUST STRINDBERG

Drömspelet.
Ονειρόδραμα.

Spöksonaten.
Η σονάτα των φαντασμάτων.

Hemicykeln i Athen.
Το ημικύκλιο της Αθήνας.

Alkibiades.
O Αλκιβιάδης.

Sokrates.
Ο Σωκράτης.


Ευριπίδη, Iφιγένεια εν Ταύροις

Μετάφραση: Θρ. Σταύρου
[από το βιβλίο της Γ' Γυμνασίου "Δραματική Ποίηση", 1991]

 

 
 
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ιφιγένεια

Ο Πέλοπας, ο γιος του Τάνταλου, όταν
πήγε στην Πίσα άρμα γοργό οδηγώντας,
με του Οινόμαου παντρεύτηκε την κόρη·
παιδί αυτωνών ο Ατρέας, και γιοι του Ατρέα,
Μενέλαος κι Αγαμέμνονας· πατέρας
δικός μου αυτός, και του Τυνδάρεω κόρη
η μάνα μου· κι εγώ είμαι η Ιφιγένεια
που, όπως νομίζουν, μ' έσφαξε ο πατέρας μου
στην Άρτεμη για χάρη της Ελένης
στις ξακουστές κοιλάδες της Αυλίδας,
κει που σβουρίζει ο Εύριπος ολοένα
κι από συχνούς στριφογυρίζει ανέμους
και τη γαλάζια θάλασσα ταράζει,
Χίλια καράβια ελληνικά εκεί πέρα
ο Αγαμέμνονας είχε μαζεμένα,
τ' ωραίο στεφάνι θέλοντας της νίκης
για τους Αχαιούς να πάρει από την Τροία,
μα και για το Μενέλαο, που τον είχαν
προσβάλει αρπάζοντάς του την Ελένη,
Απ' αγριοκαίρια στη στεριά δεμένος
μαντεία φωτιάς ζητούσε, κι είπε ο Κάλχας:
“του ελληνικού στρατού, αρχηγέ Αγαμέμνονα,
από τ' αραξοβόλια πλοίο δε βγαίνει,
αν η Άρτεμη την κόρη σου Ιφιγένεια
για σφαχτό δεν τη λάβει στο βωμό της·
θύμα στη φωτοκράτα θεά είχες τάξει
της χρονιάς τ' ομορφότερο βλαστάρι”·
και πρώτη εμένα κρίνοντας στα κάλλη
προσθέτει “η Κλυταιμήστρα σου έχει κάμει
σπίτι σου κόρη· ανάγκη να τη σφάξεις”.
Και δολερά απ' τη μάνα μου με πήραν
με του Οδυσσέα τις πονηριές, πως τάχα
γυναίκα θα γινόμουν του Αχιλλέα.

Σαν πήγα στην Αυλίδα, ανάερα πάνω
απ' το βωμό με πιάσανε τη δόλια
και με σπαθί με σφάζαν· η Άρτεμη όμως
κρυφά με πήρε, αντίς για με ένα λάφι
έδωσε στους Αχαιούς, κι από τη λάμψη
περνώντας με του αιθέρα, εδώ στη χώρα
να κατοικήσω μ' έφερε των Ταύρων,
που την ορίζει, βάρβαρος βαρβάρων
ρήγας, ο Θόας, τ' όνομ' αυτό του δώσαν,
γιατί φτερά στα πόδια του λες κι έχει.
Σ' αυτό το ναό μ' έκαμε ιέρεια, κι έτσι
με τα έθιμα - χαρές της θεάς – βαδίζω
μιας γιορτής, που είναι μόνο τ' όνομά της
ωραίο, όσο για τ' άλλα πια. . . σωπαίνω:
τη θεά φοβούμαι. Το έθιμο όπως ήταν
και πριν να 'ρθω, όποιος, Έλληνας ξεπέσει
εδώ, τον ετοιμάζω για θυσία,
μα της σφαγής της άρρητης την έγνοια
μες στο ιερό της θεάς την έχουν άλλοι.
Τ' όνειρο τώρα που είδα ψες τη νύχτα
θα πω στο φως· γιατρειά ίσως τούτο φέρει·
έμενα, λέει, μακριά απ' αυτή τη χώρα,
στο Άργος, κι ενώ κοιμόμουν στο δωμάτιο
των κοριτσιών, σεισμός τη γη τραντάζει·
έφυγα, στάθηκα έξω, και είδα τότε
να πέφτει του σπιτιού η γρηπίδα, η στέγη
να σωριάζεται ολούθε απ' τ' ακροστύλια.
Μου φάνηκε πως ένας μόνο στύλος
από το πατρικό μου έμεινε σπίτι,
ξανθά μαλλιά φύτρωσαν στην κορφή του
και πήρε ανθρώπινη λαλιά· και το έργο
κάνοντας που έχω εδώ - θυσία των ξένων -
του 'ριχνα εγώ τον αγιασμό με θρήνους,
για να σφαγεί. Και να πώς το ξηγάω
τ' όνειρο αυτό: ο Ορέστης, που για θύμα
τον ετοίμαζα, πέθανε· γιατ' είναι
στύλοι σπιτιών τ' αρσενικά παιδιά·
κι όποιον το ράντισμά μου βρει, πεθαίνει.

Σ' άλλους δικούς τ' όνειρο δεν ταιριάζει·
σα με σκοτώναν, γιο δεν είχε ο Στρόφιος.
Τώρα λοιπόν στο μακρινό μου αδέρφι
από δω χάμω - αυτό μπορώ μονάχα -
να ρίξω θέλω χοές, με τις γυναίκες
τις Ελληνίδες που έχει βάλει ο ρήγας
στη δούλεψή μου. Αλλά ποιος να 'ναι ο λόγος
κι ακόμα δε φανήκανε; Πηγαίνω
στο ναό της θεάς· αυτός και σπίτι μου είναι.

Ορέστης
Το νου σου! Είναι κανείς στο δρόμο; Κοίτα!

Πυλάδης
Κοιτάω· παντού τα βλέμματά μου ρίχνω.

Ορέστης
Πυλάδη, εδώ ο ναός της θεάς λες να 'ναι,
που δα γι' αυτόν 'βάλαμε πλώρη απ' τ' Άργος;

Πυλάδης
Ναι, Ορέστη, λέω· κι εσύ θα συμφωνήσεις.

Ορέστης
Κι ο βωμός που τον βρέχει Ελλήνων αίμα;

Πυλάδης
Ξανθή απ' το αίμα πάνω η πλάκα του είναι.

Ορέστης
Και τρόπαια κρεμασμένα στη γρηπίδα;

Πυλάδης
Ναι, απομεινάρια των σφαγμένων ξένων.
Τα μάτια μας καλά ένα γύρο ας ψάξουν.

Ορέστης
Τι δίχτυ πάλι μου 'στησε ο χρησμός σου,
ω Φοίβε, αφού, σκοτώνοντας τη μάνα,
του πατέρα μου πήρα πίσω το αίμα,
κι από τις Ερινύες κυνηγημένος,
μια αυτές μια κείνες, μύριους πήρα δρόμους
κι εξόριστος πλανήθηκα στα ξένα;
Κι ήρθα σ' εσέ, ρωτώντας με ποιον τρόπο
θα 'βαζα κάποιο τέρμα στη μανία
που να τρέχω με κένταε, και στους κόπους
που τραβούσα γυρνώντας την Ελλάδα.

Στη χώρα είπες εσύ να 'ρθω των Ταύρων,
εδώ που η αδερφή σου η Άρτεμη έχει
βωμό, και το άγαλμά της, που απ' το ουράνια,
λεν, έπεσε σ' αυτό το ναό, να πάρω
με πονηριά ή αλλιώς όπως μου τύχει·
κι αφού τελειώσω το επικίνδυνο έργο,
στων Αθηναίων τη χώρα να το δώσω·
δεν είπες τίποτ' άλλο· αυτά όταν κάμω,
ξανάσαση θα βρω στα βάσανά μου,

Σ' άκουσα κι ήρθα εδώ, σ' άγνωστη χώρα
κι αφιλόξενη. Τώρα εσέ, Πυλάδη,
ρωτώ - είσ' εσύ βοηθός μου στο έργο τούτο-
τι θα κάμουμε; Οι τοίχοι ολόγυρα είναι,
βλέπεις, ψηλοί· να σκαρφαλώσουμε ίσως
στη στέγη; αυτό μπορεί κρυφά να γίνει;
Ή με λοστούς τις μπρούντζινες αμπάρες
σπώντας... μα ανίδεοι είμαστε για τέτοια.
Κι αν μας πιάσουν ν' ανοίγουμε την πόρτα
και με δόλο να θέλουμε να μπούμε,
θα μας σκοτώσουν. Πριν το πάθουμε, έλα
πάμε στο πλοίο που εδώ μας έχει φέρει.

Πυλάδης
Να φύγουμε: απαράδεχτο· δεν είναι
συνήθειά μας· δεν πρέπει από δειλία
ν' αφήσουμε θεϊκό χρησμό να πέσει·
μα πάμε, απ ' το ναό μακριά. σε σπήλιο
δαρμένο απ' του γιαλού το μαύρο κύμα
να κρυφτούμε, πιο πέρ' απ' το καράβι,
μην τύχει και το δει κανείς, και τότε
το πει στο βασιλιά τους και μας πιάσουν·
και της θαμπής σα φτάσει νύχτας η όψη,
πρέπει ν' αποκοτήσουμε, με κάθε
τρόπο, το ξύλινο άγαλμα από μέσα
απ' το ναό να πάρουμε. Για κοίτα
που, ανάμεσ' απ' τα τρίγλυφα, έχει μέρος
να κατεβούμε· τολμηροί στους κόπους
οι αντρείοι, ενώ οι δειλοί είναι σ' όλα ανάξιοι.
Ορέστης
Δεν περάσαμε αλήθεια τόσο πέλαο,
για να κάμουμε πίσω μπρος στο τέρμα.
Σωστά μιλείς, σ' ακούω· σε μέρος όπου
δε θα μας δούνε πάμε να κρυφτούμε.
Δε θα 'μαι εγώ η αιτία, ο θείος λόγος
ανώφελος να πέσει. Τόλμη! Οι νέοι
δε βρίσκουν αφορμές μπρος σε όποιο αγώνα.

φωτοκράτα: που κρατεί δάδα, πυρσό

άρρητος: ανείπωτος, ανομολόγητος

γρηπίδα: το γείσο

χοές: τελετές, μνημόσυνο για νεκρούς

τρίγλυφα: τετράγωνες πλάκες με τρία αυλάκια πάνω από τις κολόνες ναού